Νατάσα Εξηνταβελώνη

Μπορεί να την έμαθες από τα social media όπου σου μάθαινε ότι η προστακτική δεν παίρνει αύξηση. Μπορεί να την είδες σε κάποια παράσταση. Μπορεί να την κλώτσησες κατά λάθος στο μετρό ενώ κεντούσε. Αυτή είναι η Νατάσα Εξηνταβελώνη.

Τώρα το πόσο παράξενα συμβατό είναι μια κοπέλα που τη λένε «Εξηνταβελώνη», να έχει φάει κόλλημα με το κέντημα, είναι μια άλλη συζήτηση.

Η Νατάσα Εξηνταβελώνη είναι μια ηθοποιός που κάποιος εύκολα θα μπορούσε να περιλούσει με κοσμητικά επίθετα και τελειωμό να μην έχει. Θα ήταν όμως άτοπο να μπει κανείς στη διαδικασία να το κάνει. Κι αυτό γιατί η κουβέντα από κοντά, έρχεται να αποθεμελιώσει και να εδραιώσει σκέψεις και υποθέσεις.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στο Περιστέρι. Κι αυτό την έκανε από μικρή να αναζητά τοπία μακριά από την πόλη, την επαφή με τη φύση.

Μπορεί να σκηνοθετήσει και να γράψει το σενάριο για τα όνειρα της. Και να κάνει την παραγωγή.

Μπορεί να γράψει σε μια καθισιά έναν τόμο για τη Δασκάλα και να το κάνει παράσταση.

Οι φίλοι της είναι το υπέρτατο στη ζωή της. Όπως και το να φαντασιώνεται. Να παράγει λογοτεχνία στο κεφάλι της για όποιον άνθρωπο βλέπει.

Αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Φαίδρα Έρως» που σκηνοθετεί η Άντζελα Μπρούσκου, στο Θέατρο Σφενδόνη και με αφορμή αυτή την παράσταση, που συνεχίζει για 2η χρονιά, μιλάει στο Menshouse.

Αυτά είναι η Νατάσα Εξηνταβελώνη σε τίτλους. Τώρα, διάβασε και ολόκληρο το δελτίο ειδήσεων.

Δεν πιστεύω ότι στη δική μας δουλειά μπορεί κανείς να νιώσει σίγουρος με έναν ρόλο, να πει ότι τον τερμάτισε. Αν ψάχνει κανείς δουλειά με κάποιο τερματισμό, δε γίνεται ηθοποιός.

«Αν ήταν ένα άλλο έργο, με λιγότερη πρόκληση, θα σου έλεγα ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν λίγο βαρετά. Αλλά η Σάρα Κέιν σου δίνει τόσο υλικό που πιστεύω ότι αν η παράσταση συνεχιζόταν και του χρόνου και του παραχρόνου, θα έβρισκα κάτι νέο. Εγώ είμαι άνθρωπος που του αρέσει να δίνει χρόνο στα πράγματα.

Η χημεία της παράστασης κάθε χρόνο αλλάζει. Σε μας ακόμα περισσότερο γιατί έφυγε ένας ηθοποιός και ήρθε ένας άλλος. Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κι ότι οι ηθοποιοί μεταξύ μας συζητάμε και μας αποκαλύπτεται κάτι διαφορετικό.

Σαφώς σε έναν ρόλο που τον κάνεις για καιρό, έχεις μια βάση για τα νοήματα του ρόλου, αλλά εκεί αρχίζεις και να αφήνεσαι περισσότερο ελεύθερος. Έτσι συμβαίνει σε μένα τουλάχιστον. Εμπλέκομαι πιο συναισθηματικά, όχι τόσο εγκεφαλικά. Το ένστικτο λειτουργεί αλλιώς. Ξέρεις ότι κατέχεις την παράσταση, κατέχεις τον ρόλο, οπότε δρας περισσότερο με το ένστικτο.

Δεν πιστεύω βέβαια ότι στη δική μας δουλειά μπορεί κανείς να νιώσει σίγουρος με έναν ρόλο, να πει ότι τον τερμάτισε. Αν ψάχνει κανείς δουλειά με κάποιο τερματισμό, δε γίνεται ηθοποιός. Εδώ υπάρχουν πάντα περιθώρια εξέλιξης. Και κάθε φορά που ολοκληρώνεται κάτι, κάνω την αυτοκριτική μου. Πολλά μπορείς να πεις μέσα σου».

«Θεωρώ ότι το να είσαι πάνω στη σκηνή, έχει μια ψυχοθεραπευτική δράση, όχι με την έννοια ότι σε γιατρεύει από κάτι ή ότι μπορούμε να φέρουμε στη σκηνή τα προσωπικά μας βιώματα. Το λέω εντελώς από άλλη οδό. Επειδή είμαι ένας άνθρωπος με κρίσεις άγχου, κρίσεις πανικού, μια πολύ σημαντική τεχνική που σου συστήνουν, είναι να βγεις από τον εαυτό σου, να επικεντρωθείς σε έναν άλλο.

Το θέατρο σου το δίνει αυτό. Κουρδίζεσαι σε ένα επίπεδο συγκέντρωσης που σε βγάζει από τα υπόλοιπα. Συγκεντρώνεσαι σε κάτι τόσο βαθιά, με όλο σου το είναι, που όταν τελειώνει μια παράσταση, είναι σαν να ξυπνάς από κάτι άλλο. Με αυτή την έννοια λοιπόν έχω νιώσει αυτή τη διαρκή αγωνία για το αν προσεγγίζω σωστά τον ρόλο. Κι αν υπάρχει στιγμή που νιώθω μια σιγουριά, τότε μάλλον κάτι δεν πάει εντελώς καλά».

«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έχουμε ταλαντούχους ανθρώπους να γράψουν. Τον τελευταίο καιρό έχω συνεργαστεί σε δύο ταινίες με τέτοιους ανθρώπους. Έχουν εργαλεία για να γράψουν και να δημιουργήσουν. Έχω όμως απαισιοδοξία στο εμπορικό κομμάτι. Βλέπω αξιόλογες σειρές που δεν τις επιλέγει η ελληνική τηλεόραση.

Για μένα αυτό είναι πρόβλημα. Ένας καλλιτέχνης χρειάζεται χώρο να κάνει τα πράγματα. Θα τα κάνει μία, δύο, μπορεί να φάει τα μούτρα του, ε την τρίτη θα κάνει κάτι που μπορεί να μην το πιστεύει και για μένα αυτό είναι απαισιόδοξο όταν συμβαίνει».

«Εκ των πραγμάτων, όταν με κάποιο τρόπο γίνεσαι γνωστός, μοιραία θα σου έρθει και η ιδιότητα του influencer, είτε το θες είτε όχι. Κι αυτό για έναν άνθρωπο που θέλει να είναι ηθοποιός, απορροφά πολύ χρόνο, είτε εμπλέκεσαι είτε όχι. Και Instagram να έχεις απλώς, θα χάσεις χρόνο από την καθημερινότητα σου.

Εγώ ακροβατώ ανάμεσα σε πράγματα, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται πως συμβιβάζεται το ένα με το άλλο. Προσπαθώ να απενοχοποιώ αυτό το κομμάτι. Να το χρησιμοποιώ και να μη με χρησιμοποιεί. Να το αξιοποιώ. Κι έχω ένα καμπανάκι διαρκώς για τον εαυτό μου. Πόσο χρόνο ξόδεψα σε αυτό, πόσο με επηρέασε, είμαι συνεχώς alert. Μας τρώει ουσία, το δίχως άλλο».

Θεωρώ ότι για τους ανθρώπους που με ενδιαφέρει η γνώμη τους, ξέρω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρεξηγήσουν τις προθέσεις μου. Για όσους δε με ενδιαφέρει, δε με νοιάζει και να χάσω μια δουλειά.

«Δεν έχω πρόβλημα να με ρωτήσει ένας δημοσιογράφος με ποιον τα έχω. Δεν έχω κολλήματα, θα βρω τον τρόπο. Θέλω να πω ότι όλο το κομμάτι του Instagram είναι ένας κόσμος ψευδαισθήσεων. Είτε το καταλάβεις, είτε αργείς να το καταλάβεις, είτε σε απορροφά από την πραγματικότητα. Από τους ανθρώπους που στην Ελλάδα μπορεί να θεωρούνται influencer, πραγματική αξία δεν έχει να μάθει κανείς αν τα έχω με τον Τάκη ή τον Κώστα.

Θεωρώ ότι έχω την πολυτέλεια να μην ενδιαφέρει κανέναν. Θα ήταν φρικτό να νιώθω πως είναι μια ερώτηση που πρέπει να απαντήσω. Αυτό οφείλεται σίγουρα στο πόσο “διάσημη” μπορεί να είμαι. Αν ήμουν η Δέσποινα Βανδή, μπορεί να τους ενδιέφερε. Δεν είμαι. Μπορεί να συμβεί στο μέλλον αν καταλήξω να έχω τέτοια αναγνωρισιμότητα. Δεν είναι πάντως ένα σενάριο που το βλέπω μπροστά μου. Το σκέφτομαι και λέω “μπααα”…»

«Στα 7 χρόνια που είμαι ηθοποιός, έχουν επαληθευτεί κι έχουν πέσει έξω ταυτόχρονα και σε μεγάλο βαθμό, όσα φανταζόμουν και περίμενα. Δε μπορώ να σου πω ότι έχω απογοητευτεί ιδιαίτερα από τους ανθρώπους.

Είχα την τύχη να βρίσκομαι σε ιδιαίτερα περιβάλλοντα δουλειάς. Έχω δουλέψει για χρόνια  στη θεατρική ομάδα του Δημήτρη Λάλου που πραγματικά με διαμόρφωσαν. Έχω κάνει μαθήματα με την Έλενα Μαυρίδου και τον Σίμο Κακάλα που κι αυτά ήταν εμπειρία ζωής που με διαμόρφωσε και γενικά δεν έχω κακοπεράσει.

Μπορώ να σου πω πολλά για όλες τις δουλειές. Από κάθε δουλειά έχω φίλους, που είναι πια χρόνων, κάποιοι είναι και κοντινοί μου άνθρωποι. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τύχη ή καλές επιλογές, έχω περάσει καλά πάντως. Δεν έχω “αρρωστήσει”, δεν έχω υπάρξει σε περιβάλλοντα σαν κι αυτά που ακούμε εσχάτως.

Υπ΄αυτή την έννοια, έχω ζήσει τον ρομαντισμό μου. Έχω παίξει σε παραγωγές που έχουν πάει άπατες, αλλά είμαστε όλοι εκεί και το στηρίζουμε 100%. Κι έχω απογοητευτεί πολύ, πάρα πολύ σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την παραγωγή (όχι όλους προφανώς), έχω απογοητευτεί και τους έχω απογοητεύσει γιατί δεν είμαι άνθρωπος που θα κρατήσει κλειστό το στόμα του.

Δε μπορώ να σου πω ότι χάνω δουλειές λόγω αυτού. Είμαστε στην Ελλάδα και ο κλάδος μας είναι μικρός. Ξέρουμε τι γίνεται. Θεωρώ ότι για τους ανθρώπους που με ενδιαφέρει η γνώμη τους, ξέρω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρεξηγήσουν τις προθέσεις μου. Για όσους δε με ενδιαφέρει, δε με νοιάζει και να χάσω μια δουλειά. Δεν θα την επέλεγα όπως και να έχει εφόσον γνώριζα τι είναι.

Έχω μαλώσει με παραγωγό και σκέφτηκα “τώρα έκλεισες μια πόρτα”. Ευχαριστώ πολύ, χαιρετίσματα, δε θα πάρω έτσι κι αλλιώς. Κάνουμε μια δουλειά πολύ δύσκολη, που θέλει πολλή αγάπη κι αφοσίωση, έχω πολλά προβλήματα να λύσω σε σχέση με την τέχνη μου, γιατί δεν το έχω εύκολο, δουλεύω γι΄αυτό. Θα προσπαθήσω επομένως να αποφύγω όλα τα υπόλοιπα».

Όταν αγαπάς μια δουλειά και τελειώνει, είναι σαν χωρισμός, σαν θάνατος…Εγώ που πληγώνομαι πολύ, μου είναι ζόρικο.

«Δεν πιστεύω καθόλου ότι μια παράσταση κρίνεται από τα εισιτήρια που κόβει. Αν το πίστευα, θα ήταν σαν να ξεχνάω πως ανά τους αιώνες οι μεγάλες αλλαγές δεν έγιναν με όλους τους οπαδούς του κόσμου. Έγιναν βήμα βήμα, κόντρα στις πιθανότητες. Δεν είμαστε κι ένας εκπαιδευμένος λαός σε σχέση με το τι βλέπει. Φαίνεται αυτό από πολλές επιλογές. Και βάζω και μένα σε αυτό.

Όταν η επιτυχία της παράστασης σχετίζεται με το αν θα βγάλεις το μήνα σου, κι είναι το βιοποριστικό στη μέση, προφανώς και σε πονάει πολύ. Δε θα παίζουμε χωρίς θεατές και θα χαιρόμαστε μεταξύ μας γιατί κάνουμε τέχνη. Και θα σε ταλαιπωρήσει ψυχικά και όλα. Είναι όμως κομμάτι του παιχνιδιού. Κανείς ποτέ δεν πετύχαινε πάντα τον σκοπό του».

«Όταν αγαπάς μια δουλειά και τελειώνει, είναι σαν χωρισμός, σαν θάνατος…Εγώ που πληγώνομαι πολύ, μου είναι ζόρικο. Η αγάπη για την κάθε συνεργασία που έχεις κάνει, είναι ανάλογη του πόσο θα δυσκολευτείς μετά».

«Σε μια δουλειά το πιο βασικό είναι οι συνεργάτες για εμένα. Να εκτιμώ όσους θα δουλέψουμε μαζί, να ξέρω ότι θα έχουμε μια καλή επικοινωνία, ότι θα διδαχτώ μια μέθοδο, μια σκηνική λειτουργία. Μετά έρχεται το κείμενο, το έργο και μετά και οι συνθήκες.

Όλα καταλήγουν στην προσέγγιση που επιχειρεί ο ιθύνων νους ενός έργου. Έχει τύχει να μην ψήνομαι με ένα έργο, αλλά οι άνθρωποι που το απαρτίζουν να με εμπνεύσουν να συμμετέχω, έχει τύχει να μου προταθεί κι ένας πολύ ωραίος ρόλος, αλλά σε ένα πλαίσιο που δε μου επιτρέπει να δώσω το 100%».

Ο λόγος που η Δασκάλα βγήκε τόσο οργανικά, είναι ότι προέκυψε από ανάγκη. Όταν η ανάγκη περνά, την αποχωρίζεσαι κι αν σου έρθει ξανά, το βλέπεις.

«Η Δασκάλα γεννήθηκε από ένα παιχνίδι. Έπαιζα με αυτόν τον χαρακτήρα, έστελνα βίντεο σε φίλους. Κι ανέβασα κατά λάθος ένα βίντεο στα social, έγινε viral και το ένα έφερε το άλλο. Τον λατρεύω αυτόν τον χαρακτήρα. Μπορώ να λέω ότι θέλω μέσω αυτού, πίσω απ΄αυτό το προσωπείο. Αυτή ήταν, νομίζω η ανάγκη.

Δε λέω ότι ήταν ένα προσωπείο προστασίας του εαυτού μου. Το χιούμορ που έχει η Δασκάλα είναι σύμφυτο με τα πάντα γύρω μου και λειτουργώ μέσα απ΄αυτό. Συνέβη δηλαδή το αντίθετο, μέσα από τη Δασκάλα σύστησα ένα κομμάτι του εαυτού μου στον κόσμο, με έβγαλα προς τα έξω. Έτσι είμαι στη ζωή μου γενικότερα.

Κι είναι πολύ ευχάριστο που έγινε μια παράσταση. Τα κείμενα βγήκαν αβίαστα, γιατί μπορώ να σου γράψω τώρα 70 σελίδες για τη Δασκάλα. Με τη φίλη μου την Αθηνά Τσαγκαράκη, που εκτιμώ πολύ και μοιραζόμαστε κοινές ανησυχίες, αντιλαμβανόμαστε το χιούμορ με κοντινό τρόπο, φέραμε μαζί αυτά τα υλικά, τα φτιάξαμε σε μια παράσταση και μετά με τη φοβερή καλλιτέχνιδα, τη Χριστίνα Μαριάνου, το σκηνοθετήσαμε αυτό και έγινε δίχως πίεση.

Φτιάχτηκε απ΄όλους όσοι μοιραζόμασταν αυτόν τον χαρακτήρα, γιατί τον ζούσαμε μαζί. Ήταν πολύ ευτυχές που αυτή η παράσταση έκανε sold out, ταξίδεψε στην Ελλάδα, το αγκάλιασε ο κόσμος… Είναι σαν ένα όνειρο.

Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινα μόνη στη σκηνή. Ήταν ένας θεατρικός μονόλογος, έμαθα πολλά. Δούλεψα κατά βάση στο Six D.O.G.S, στον πιο ωραίο χώρο που έχω δουλέψει κι ένιωθα λες και ετοιμαζόμουν για ένα πάρτυ.

Ξεκίνησα τρομοκρατημένη γιατί δεν είχα συμπαίκτη. Είχα την Αθηνά και τη Ράνια την κολλητή μου που ήταν από κάτω, αλλά ήμουν μόνη στη σκηνή. Ήταν ένα σχολείο που μου έδειξε ότι πάντοτε θα βρεθεί ο τρόπος να κάνεις κάτι, όσο τολμηρό κι αν ακούγεται».

«Ναι, το κοινό άρχισε να έχει απαιτήσεις, αλλά δε με ενδιαφέρει. Όχι γιατί αγνοώ το κοινό, αλλά γιατί θέλω να ακολουθήσω την ανάγκη του χαρακτήρα, πιστεύω ότι τα πάντα έχουν μια μικρή αυτονομία. Ο λόγος που η Δασκάλα βγήκε τόσο οργανικά, είναι ότι προέκυψε από ανάγκη. Όταν η ανάγκη περνά, την αποχωρίζεσαι κι αν σου έρθει ξανά, το βλέπεις.

Σε μένα η πίεση του κόσμου μπορεί και να λειτούργησε ανάποδα. Εγώ είμαι και λίγο αντιδραστική. Αν μου πεις τι να κάνω, καταλήγω να μην το κάνω. Θεωρώ ότι λειτούργησα με σεβασμό απέναντι σε αυτό. Δεν το διαφήμισα, ενώ είχα τη δυνατότητα, δεν το έκανα “σούπα”. Γιατί είναι ένας χαρακτήρας που τον αγαπώ. Αν δε μου κατηγορήσει κάποιος τη δασκάλα, υποφέρω».

Είναι κάθε φορά μια ευχάριστη έκπληξη για μένα που μοιράζομαι εκ βαθέων στιγμές με τους συναδέλφους μου.

«Αν κάποιος μου πει, έστω και καλοπροαίρετα, ότι κάνω κάτι που είναι μπούρδα και πώς πρέπει να κάνω άλλα πράγματα, ειδικά αν είναι δικός μου άνθρωπος, με κατατρώει. Αλλά εκεί δρω εμπιστευόμενη τις ανάγκες μου, βάζω τα όρια μου στα πράγματα και από μια φάση και μετά, απενοχοποιούμαι. Και να έχω κάνει 5 στραβές, δε χάθηκε ο κόσμος. Δεν στέρησα από κανέναν κάποια τρομερή ελπίδα επειδή κάπου επέλεξα λάθος για τα μάτια των άλλων.

Υπάρχουν και επιλογές που εγώ κρίνω λάθος, τόσο άκυρες, που καταλήγουν να μου αρέσουν. Το ότι οι άνθρωποι μπορούμε να γίνουμε τόσο ρεζίλι, είναι ωραίο. Μου αρέσει. Αν δε μου άρεσε, δε θα ήμουν εγώ».

«Θεωρώ τον εαυτό μου ένα επιλεκτικό κοινωνικό άτομο. Έχω πολλούς φίλους, μα με πολύ αυστηρά κριτήρια. Ισχύουν και τα δύο με κάποια παραδοξότητα. Σαφώς η μετάβαση από τα φώτα της σκηνής, στο μη φως του παρασκηνίου, σε οδηγεί σε μια ανάγκη για απομόνωση.

Αν μου τη βαρέσει, έχω φύγει κι έχω χαθεί για μερικές ώρες, μερικές ημέρες, το έχω ανάγκη. Συνήθως αυτό συνοδεύεται με μια ανάγκη να πάω στη φύση, να φύγω από την πόλη. Όχι απλώς να κλειστώ στο δωμάτιο».

«Είναι κάθε φορά μια ευχάριστη έκπληξη για μένα που μοιράζομαι εκ βαθέων στιγμές με τους συναδέλφους μου. Είναι ευχάριστο να συνευρισκόμαστε σε ένα χώρο που συνδεόμαστε. Είναι ευχάριστο να γνωρίσω καλλιτέχνες που έχουν να σου δώσουν. Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις σπουδαίους καλλιτέχνες επί τω έργω.

Από την άλλη, με στενοχωρεί να βλέπω τους σπουδαίους να μη δουλεύουν τόσο, να ζορίζονται…Μου σπάει τα νεύρα επίσης να μην αναγνωρίζονται οι πολύ σπουδαίοι. Δε μπορώ να δεχτώ ότι κάποιοι συνάδελφοι μου δε βιοπορίζονται απ΄αυτή τη δουλειά».

Η σχέση με την απώλεια είναι κάτι που το δουλεύεις μέρα με τη μέρα και δε λύνεται ποτέ. Δεν πιστεύω όποιον λέει ότι έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο.

«Με φοβίζει το κομμάτι του τι συμβαίνει στην Ελλάδα εργασιακά, ως προς τους ηθοποιούς. Με φοβίζει αν θα πάρω σύνταξη. Ό,τι βήματα έχουν γίνει στον κλάδο μας, τα πολύ σημαντικά, έγιναν τον τελευταίο καιρό. Χαίρομαι που έχουμε ένα πολύ δυνατό σωματείο, με ανθρώπους που έχουν να δώσουν, δεν πρέπει εν τούτοις να ξεχνάμε ότι τώρα ξεκινήσαμε και υπάρχει απόσταση να διανυθεί.

Δε με φοβίζει να μην αναγνωριστώ. Με φοβίζει η πιθανότητα να μη μπορώ να αναλάβω ένα πρότζεκτ που έχω αποδεχτεί. Χρειάζεται τσαγανό για να βουτήξεις σε μια δουλειά, σε μια χώρα όπου οι δουλειές είναι λίγες, το κοινό ζητάει συγκεκριμένα πράγματα και αυτά στηρίζει και οι κρατικοί φορείς δεν δίνουν αφθονία ευκαιριών. Δε μπορεί ένας καλλιτέχνης να πάρει ένα ρίσκο και να αποτύχει, χωρίς να τον καταστρέψει οικονομικά.

Έχω αρχίσει να κάνω πιο σύνθετες σκέψεις. Μήπως δε μπορώ να κάνω για πάντα αυτή τη δουλειά, μήπως να δοκιμάσω κάτι άλλο, να κάνω ένα μεταπτυχιακό, τα σκέφτομαι όλα αυτά. Ενδεχόμενως, αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, δε θα τα σκεφτόμουν. Όταν βλέπεις όμως πως δε μπορείς να πετύχεις όσα θες ως ηθοποιός, σκέφτεσαι διαφορετικά.

Θέλω να πάρω το πτυχίο μου στα Παιδαγωγικά, μου έχει μείνει μια πρακτική και λόγω γυρισμάτων κάθε φορά δεν το καταφέρνω. Το κομμάτι της εκπαίδευσης με ενδιαφέρει πολύ, αλλά θέλω να είμαι καλά καταρτισμένη για να το κάνω. Κι άλλες δουλειές θα μου άρεσε να κάνω. Πιο χειρωνακτικές, εννοώ. Μου αρέσει πολύ το μάρκετινγκ ας πούμε. Οτιδήποτε δε θα με έκανε στυγνή και στεγνή, θα το δοκίμαζα».

«Μου λείπει που δεν έχω κάνει σπουδές στο εξωτερικό ή κάποιες δουλειές. Είμαι άνθρωπος που λατρεύει τα ταξίδια, αγαπώ να μαθαίνω άλλους πολιτισμούς, χαίρομαι που αρκετοί Έλληνες τα καταφέρνουν έξω και αναγνωρίζονται».

«Η σχέση με την απώλεια είναι κάτι που το δουλεύεις μέρα με τη μέρα και δε λύνεται ποτέ. Δεν πιστεύω όποιον λέει ότι έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο, με την απώλεια. Το δουλεύω και θεωρώ ότι κάπως αποδίδει καρπούς. Πιστεύω πως όταν εκτιμάς τη ζωή γύρω σου και δίνεις την ευκαιρία στους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πονάει μετά η απώλεια. Άλλωστε, είναι ένας πόνος που συχνά συνοδεύεται από την ενοχή.

Η δουλειά μας δεν μας εκπαιδεύει στην έξη, στη συνήθεια. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Το ποια θα είναι η ερμηνεία σου σε έναν ρόλο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ποιος είσαι, τι βιώματα έχεις. Αντίστοιχα, τα έργα που παίζουμε, ανοίγουν κόσμους που μας μαθαίνουν πράγματα. Υπάρχει ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας. Σίγουρα με έχουν βοηθήσει έργα να συμπληρώσω το παζλ. Όχι όμως να μου δίνουν τα έργα όλα τα κομμάτια».

Είναι ένα κομμάτι που με απασχολεί το πώς μεγαλώνω. Με εκπλήσσει ευχάριστα και δυσάρεστα το κάτα πόσο προέρχομαι από το παρελθόν μου.

«Μ΄αρέσουν πολύ οι χειροτεχνίες. Κεντάω τον τελευταίο καιρό. Είναι μια ασχολία που με τραβάει σε μια τρύπα. Δεν ακούω τίποτα, δε μυρίζω τίποτα, δε με επηρεάζει τίποτα. Είναι από τα πράγματα που “ενοχλεί” κόσμο. Μπορεί να είμαι στο μετρό, να με κλωτσάνε, να με σπρώχνουν κι εγώ επειδή κεντάω να μην αντιδρώ. Παθαίνω γενικότερα κολλήματα με δραστηριότητες που είμαι αφοσιωμένη εκεί».

«Υπάρχει μέσα μου πάντοτε το κομμάτι του ανικανοποίητου. Σε αρκετούς τομείς νιώθω ικανοποιημένη και σε πολλούς νιώθω αρκετά περήφανη για τη διαχείριση μου σε όποια δυσκολία προκύπτει. Και όλο αυτό με πολύ σοβαρές ανασφάλειες κατά καιρούς».

«Όσο κι αν ποτέ δεν το έλεγα με τέτοια άνεση, εμένα το φιλικό μου περιβάλλον είναι αρκετά πρωτεύον. Και όταν πηγαίνει καλά, που πηγαίνει καλά, νιώθω μια τεράστια ασφάλεια. Θεωρώ ότι είναι ένας παράγοντας που με συμφιλιώνει με όλα τα υπόλοιπα, τις αποτυχίες μου, το οτιδήποτε. Πάντα τα εντάσσω όλα σε σχέση με αυτό. Γι΄αυτό ο σύντροφος μου είναι και φίλος μου, γι΄αυτό θέλω οι συνεργάτες μου να είναι και φίλοι μου».

«Όταν ήμουν μικρή ζούσα σε δύο παράλληλους κόσμους. Έκανα συνέχεια φανταστικές σκέψεις. Νομίζω ότι είμαι επηρεασμένη από τα κακώς εννοούμενα ρομαντικά πρότυπα. Το λέω με τον τρόπο που έχουμε καταλήξει να σκεφτόμαστε τον ρομαντισμό. Πολλές φορές βάζω σαλτσες στο μυαλό μου για να ωραιοποιήσω μια κατάσταση. Είναι σαν να βάζω μια μουσική υπόκρουση.

Δεν ξέρω γιατί το κάνω. Ίσως γιατί κάποιες φορές με συμφέρει. Ίσως γιατί έχω μάθει να εικονοποιώ πράγματα. Είδα πριν μερικές ημέρες μια κοπέλα να περπατάει στον δρόμο και ανέμιζαν τα μαλλιά της. Αυτή η εικόνα κάτι μου έκανε και μετά, μέχρι να γυρίσω στο σπίτι, φαντασιωνόμουν πού θα πήγαινε μετά, τι θα έκανε, πάντα σε ένα ρομαντικό πλαίσιο».

«Έχω πολύ καλή σχέση με τον ύπνο και τα όνειρα. Μ΄αρέσει να καθοδηγώ τα όνειρα μου. Πολύ συχνά, όταν θα ξαπλώσω, θα δώσω χρόνο στον εαυτό μου να σκεφτώ αυτό που θα ήθελα να δω και το βλέπω.

Έχω εκπαιδευτεί τόσο πολύ, που είμαι σε θέση αν μου αρέσει ένα όνειρο τόσο πολύ, να υποβάλλω το μέσα μου να μου το προβάλλει ξανά το επόμενο βράδυ στο σημείο που το άφησα. Πολύ συχνά δεν ξέρω αν κάτι όντως έγινε ή το είδα στον ύπνο μου».

«Το ότι τα πράγματα είναι πολύ ρευστά σε σχέση με τον χρόνο, με γοητεύει πολύ. Και θεωρώ ότι είναι πραγματικά συγγενές με τη δουλειά μας. Ο ηθοποιός αυτό κάνει, διαχειρίζεται το χρόνο. Στη σκηνή πυκνώνει κάπως ο χρόνος, μπαίνεις σε μια τρύπα και ξαναβγαίνεις. Ο χρόνος εκεί λειτουργεί όπως θέλεις και τον διαχειριζόμαστε όλοι μαζί πάνω στη σκηνή.

Είναι ένα κομμάτι που με απασχολεί το πώς μεγαλώνω. Με εκπλήσσει ευχάριστα και δυσάρεστα το κάτα πόσο προέρχομαι από το παρελθόν μου. Όχι μόνο το δικό μου, αλλά και των γονιών μου, γιατί αυτό είναι μια αλυσίδα που πάει και πάει…

Είμαι σε μια περίοδο που αυτή η σκέψη πονάει και για να μπορέσεις να το διαχειριστείς και να σπάσεις κρίκους αυτής της αλυσίδας, πρέπει να έρθεις σε πολύ καλή επαφή με το πώς έχει λειτουργήσει ο χρόνος στα πράγματα. Εγώ νιώθω τον χρόνο σαν το νερό. Και ξεπλένει και διαβρώνει».

* Η Νατάσα Εξηνταβελώνη πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Φαίδρα Έρως» της Σάρα Κέιν, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου (περισσότερες πληροφορίες εδώ).

Παράλληλα, κάνει πρόβες για την παράσταση «Βίλλα» που σκηνοθετεί η Λητώ Τριανταφυλλίδου, ενώ κυκλοφορούν στις αίθουσες οι ταινίες «REM-Ταχείες Κινήσεις Οφθαλμού» του Κάρολου Ζοναρά και το «Εκείνη τα ήξερε όλα» του Τάκη Παπαναστασίου

** Η φωτογράφιση και συνέντευξη έγιναν στο Gush Cafe στα Ιλίσια (Ίωνος Δραγούμη 58)

*** Φωτογραφίες: Intime