Τρεις ταινιάρες και μετά… μαρμάγκα: Η εξαφάνιση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη μιας ολόκληρης γενιάς
Βρείτε μας στο

Έχοντας παρουσιάσει μόλις 3 ταινίες με εμπορική επιτυχία αλλά και διακρίσεις σε φημισμένα φεστιβάλ του εξωτερικού, ο Κώστας Μανουσάκης –σε ηλικία μόλις 37 ετών τότε- κανονικά θα έπρεπε να προετοιμαζόταν για διεθνή καριέρα. Αντί αυτού, όμως, εξαφανίστηκε από το προσκήνιο και δεν δούλεψε ξανά, χωρίς ποτέ να γίνουν γνωστοί οι λόγοι αυτής της μυστηριώδους εξέλιξης.

Σήμερα είναι δύσκολο ακόμη και στο αχανές internet να βρει κανείς επαρκή στοιχεία για την πορεία του Κώστα Μανουσάκη πριν ασχοληθεί με τον κινηματογράφο το 1958 και τα όσα συνέβησαν στην ζωή του μετά το 1966, όταν απομονώθηκε δίχως να αφήσει πίσω του μια εξήγηση για την απόφασή του. Με τον ίδιο τον σκηνοθέτη να παραμένει σιωπηλός, μόνο θεωρίες αναπτύχθηκαν, χωρίς ουδείς να γνωρίζει εάν επρόκειτο για μια οικιοθελή αυτοεξορία ή για μια κατάσταση στην οποία οδηγήθηκε από το σύστημα. Πάντως μια σαφή απάντηση έδωσε η Ένωση Ελλήνων Σκηνοθετών καθώς στο μήνυμά της με αφορμή τον θάνατό του το 2005 σε ηλικία 76 ετών, αναφέρει χαρακτηριστικά: «… η αποχώρησή του δεν υπήρξε επιλογή του, αλλά ωθήθηκε αναγκαστικά σε αυτήν»…

Τρεις ταινιάρες και μετά… μαρμάγκα: Η εξαφάνιση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη μιας ολόκληρης γενιάς

Στα ελάχιστα χρόνια πάντως που έμεινε στο προσκήνιο, πρόλαβε να αφήσει την σφραγίδα του στο ελληνικό σινεμά, συνδυάζοντας πολλά πράγματα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους. Εκείνο που τον χαρακτήριζε πάντως ήταν ότι κατόρθωνε να υπηρετεί την Τέχνη όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν, με ελάχιστες εκπτώσεις στην ποιότητα για χάρη της εμπορικότητας. Οι ταινίες του είχαν γνωστούς πρωταγωνιστές, έκοψαν ικανοποιητικότατους αριθμούς εισιτηρίων, αλλά την ίδια ώρα ξεχείλιζαν από την προσωπική, ιδιαίτερη και γεμάτη λυρισμό και μεταφορές ματιά του.

Το ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη ήρθε το 1958 με την ταινία «Έρωτας στους αμμόλοφους» της οποίας υπογράφει τόσο την σκηνοθεσία όσο και το σενάριο (σε συνεργασία με τον Στάθη Κυρίτση). Σε αυτήν πρωταγωνιστεί ο Ανδρέας Μπάρκουλης στο ρόλο ενός δραπέτη που ξεβράζεται σε ένα νησί όπου συναντά την Άννα, την οποία υποδύεται η «άγουρη» ακόμη Αλίκη Βουγιουκλάκη. Αν και εύκολα κατατάσσεται στα ρομαντικά δράματα, το φιλμ έχει σαφείς αναφορές σε κοινωνικούς προβληματισμούς που δεν περιορίζονται στον απαγορευμένο έρωτα μεταξύ δύο ατόμων, αλλά επεκτείνονται και στις σχέσεις με την εξουσία, την ανθρώπινη εκμετάλλευση και τα ήθη της συντηρητικής εκείνης εποχής.

Τρεις ταινιάρες και μετά… μαρμάγκα: Η εξαφάνιση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη μιας ολόκληρης γενιάς

Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1964 έρχεται το επόμενο βήμα για τον Μανουσάκη. Μαζί με τον Άρη Αλεξάνδρου εργάζονται πάνω σε μια ιδέα του Νότη Περγιάλη και παρουσιάζουν μία από τις καλύτερες ταινίες με φόντο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –αγαπημένο κινηματογραφικό θέμα εκείνης της εποχής. Είναι η περίφημη «Προδοσία» η οποία στηρίζεται στην εκπληκτική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη και στις ερμηνείες μερικών από τους πλέον ταλαντούχους Έλληνες ηθοποιούς. Μπροστά από την κάμερά του περνούν Μάνος Κατράκης, Έλλη Φωτίου, Πέτρος Φυσσούν αλλά και ο Δημήτρης Μυράτ που συνεργάζονται άψογα με τον φακό, δημιουργώντας ένα άκρως εντυπωσιακό αποτέλεσμα σε αυτό το σπουδαίο πολεμικό δράμα.

Εδώ πλέον ο Μανουσάκης καταφέρνει να ισορροπήσει άψογα μεταξύ της δικής του ανάγκης για κινηματογραφική έκφραση και των απαιτήσεων των παραγωγών για εμπορική επιτυχία. Με 439.753 εισιτήρια, κατατάχθηκε στην 6η θέση ανάμεσα σε 93 ταινίες της ίδιας σεζόν και παράλληλα θριαμβεύει στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης κατακτώντας το βραβείο καλύτερης ταινίας των κριτικών, καλύτερης φωτογραφίας (άλλη μια δουλειά του Νίκου Γαρδέλη) και Α’ ανδρικού ρόλου. Η καταξίωση, όμως, έρχεται και από το εξωτερικό όπου το φιλμ φτάνει μέχρι τις αίθουσες με τους τίτλους «Treason» και «Treachery», ενώ κερδίζει το Ειδικό βραβείο επιτροπής ειρήνης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μόσχας και διακρίνεται ακόμη και στο Φεστιβάλ Καννών! Κάποιοι λένε ότι θα μπορούσε ακόμη και να κατακτήσει τον Χρυσό Φοίνικα εάν οι Γάλλοι κριτικοί δεν την κατέκριναν θεωρώντας ότι προάγει τον Ναζισμό, μια άποψη ωστόσο που δεν βρήκε πολλούς υποστηρικτές.

Τρεις ταινιάρες και μετά… μαρμάγκα: Η εξαφάνιση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη μιας ολόκληρης γενιάς

Το 1966  θα έρθει ο «Φόβος». Ίσως η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Κώστα Μανουσάκη που εντελώς αναπάντεχα αποτέλεσε και το «κύκνειο άσμα» του. Ακολουθώντας περίπου την ίδια συνταγή, ο Έλληνας σκηνοθέτης εμπιστεύεται μια πλειάδα σπουδαίων εμπορικών ηθοποιών (Έλλη Φωτίου, Ανέστης Βλάχος, Μαίρη Χρονοπούλου, Σπύρος Φωκάς, Έλενα Ναθαναήλ, Αλέξης Δαμιανός), καθοδηγώντας τους μαεστρικά σε ένα ρεσιτάλ που δένει άψογα με την επιβλητική μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και –όπως πάντα- την άψογη φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη.

Σε αυτό το κοινωνικό δράμα ο Μανουσάκης (που έχει γράψει και το σενάριο) χτυπά δίχως οίκτο την πουριτανική κοινωνία, στηλιτεύοντας ιδιαίτερα τον άκρατο συντηρητισμό που βασίλευε εκείνα τα χρόνια. Στην ταινία κυριαρχούν τα μηνύματα για την θέση της γυναίκας, την καταπίεση της σεξουαλικότητας, την διαφθορά της εξουσίας, το νόμο της ένοχης σιωπής που σκεπάζει την ανομία, την διαπλοκή και πολλά άλλα.

Ο «Φόβος» επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο 16ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου αφήνοντας άριστες εντυπώσεις καθώς προτάθηκε για Χρυσή Άρκτο, χάνοντας τελικά από τη «Νύχτα των Δολοφόνων» του Ρομάν Πολάνσκι και την επόμενη σεζόν παίχτηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, από τις ΗΠΑ και τον Καναδά μέχρι τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Τρεις ταινιάρες και μετά… μαρμάγκα: Η εξαφάνιση του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη μιας ολόκληρης γενιάς

Μετά από τέτοια πορεία θα περίμενε κανείς ότι θα ερχόταν η εκτόξευση τόσο του ίδιου όσο και του ελληνικού σινεμά ως… εξαγώγιμου προϊόντος. Ωστόσο αντί για αυτό ήρθε η απόλυτη απομόνωση του σκηνοθέτη ο οποίος φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός ούτε μεταξύ των συναδέλφων του ούτε ανάμεσα σε εκείνους που διαχειρίζονταν τα κονδύλια για την παραγωγή ταινιών. Η 7ετής χούντα ενδεχομένως να έπαιξε κάποιο ρόλο, μα η αλήθεια είναι πως μετά την Μεταπολίτευση δοκίμασε να επανέλθει, αλλά είδε τις ιδέες του να απορρίπτονται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Έτσι απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο, γεμάτος πικρία για την αντιμετώπιση που είχε, με αποτέλεσμα να κλειστεί στον εαυτό του και να φύγει από τον χώρο οριστικά ως ένα τεράστιο χαμένο στοίχημα για την 7η Τέχνη στη χώρα μας.