Ο «Πάπας των χάκερς»: Ο Νο1 καταζητούμενος που κυνηγήθηκε λυσσαλέα απ' το FBI επειδή το ρεζίλεψε
Βρείτε μας στο

Είναι ένα άτυπο παιχνίδι πρόκλησης. Να τρυπώσεις από την κλειδαρότρυπα, να ανοίξεις δρόμους που κανείς άλλος δεν μπόρεσε. Γίνεσαι έτσι εξερευνητής ενός (ψηφιακού) κόσμου αγνώστου στο ευρύ κοινό, οι περισσότεροι δεν έχουμε ιδέα πραγματικά «τι λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί».

Πριν από μερικά χρόνια, το Mr Robot έκανε «χαμούλη» μυώντας μας στον κόσμο του χάκινγκ– και το έκανε πολύ σοβαρά, εμπεριστατωμένα. Πέραν ή παραλλήλως της υπόθεσης, η αμερικανική σειρά μας έδειξε πως και οι χάκερς έχουν… ψυχή. Ότι δεν είναι δηλαδή κάτι σκοτεινοί και «εξωγήινοι» τύποι, αλλά κανονικοί άνθρωποι. Απλώς με ιδιαίτερες ικανότητες, ταλέντα και «θέλω». Αν και αυτό είναι κάτι που όσοι πραγματικά ασχολούνται με τέτοιου είδους πράγματα, το γνώριζαν ήδη. Έχοντας οδηγό θρυλικές περιπτώσεις όπως του Κέβιν Μίτνικ. Του GOAT των χάκερς, θα λέγαμε, ενδεχομένως!

Γνωστός στους underground κύκλους ως «Κόνδορας», έγινε ο πρώτος κυβερνοκακοποιός με αφίσα most wanted στα γραφεία του FBI. Διείσδυσε σε μερικά από τα πιο υψηλής ασφάλειας δίκτυα του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Motorola και της Nokia και κυνηγήθηκε λυσσαλέα από τους Feds (βλέπε Ομοσπονδιακούς). Επί σειρά ετών παραβίαζε υπολογιστές, δίκτυα τηλεφώνων, κυβερνητικά έγγραφα και δημόσια συστήματα. Καταλήγοντας να γίνει ο Νο1 καταζητούμενος για ηλεκτρονικά εγκλήματα στις ΗΠΑ.

Μάλλον όμως μιλάμε για ένα… αδικημένο παλικάρι. Κάθε φορά που μιλάει, δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει πως το δικό του χάκινγκ ήταν διαφορετικό απ’ αυτό που αποκαλείται «κυβερνοέγκλημα». Και ότι κυρίως πλήρωσε τη φήμη του, τη σχετική άγνοια που επικρατούσε την εποχή που «μεγαλούργησε» και τα δημοσιεύματα mainstream media που τον παρουσίαζαν σαν το απόλυτο χολιγουντιανού ύφους κακό.

Ποτέ του δεν ήταν σκοπός να κλέψει χρήματα ή να καταστρέψει μια εταιρεία. Αυτόν τον εξίταρε η έκρηξη αδρεναλίνης. Η πνευματική πρόκληση, η γοητεία της περιπέτειας και το κυνήγι της γνώσης. Ήθελε να προσθέτει «τρόπαια» στη συλλογή του. Το έκανε για χόμπι, για πλάκα, για να δείξει στον εαυτό του πως μπορεί να πετύχει ό,τι βάλει στόχο. Ήθελε να είναι ο καλύτερος στο να σπάει συστήματα ασφαλείας. Και δεν μπορούσε να σταματήσει. Ήταν εθισμένος. Όσο περισσότερο κατάφερνε να ξεγελάει τους «απέναντι» τόσο περισσότερο παθιαζόταν. Γιγαντωνόταν επίσης ο θρύλος του στην κοινότητα των χάκερς – «ο Πάπας των χάκερς» αποκαλείτο από τον συγκεκριμένο κύκλο – κι αυτό τον έκανε να νιώθει σπουδαίος, «κάποιος». Είχε μπει στο χορό και δεν μπορούσε να σταματήσει να χορεύει.

Τόσο ώστε η πρώτη φορά που μπήκε – για λίγο – φυλακή, το 1988, να μην τον κάμψει. Ίσα ίσα. Τον έκανε να το πάει ακόμα περισσότερα στα άκρα. Για μια τριετία μετά, υπήρξε φυγάς και χρησιμοποιούσε ψεύτικες ταυτότητες πετώντας από πόλη σε πόλη για να αποφύγει τη σύλληψη. Έγινε έτσι ακόμα πιο «μισητός» στην τάξεις του FBI, που είχαν «σκυλιάσει» να τον πιάσουν. Προσπάθησε να ξεμπλέξει, αλλά από την κυβέρνηση τον παγίδεψαν. «Ήταν σαν να σου φέρνουν αλκοόλ και να είσαι αλκοολικός. Ήθελαν να μπλέξω πάλι. Και έμπλεξα», θα πει αργότερα.

Ο «Πάπας των χάκερς»: Ο Νο1 καταζητούμενος που κυνηγήθηκε λυσσαλέα απ' το FBI επειδή το ρεζίλεψε

Το 1995, όταν τον συνέλαβαν ξανά, στήθηκε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι με αυτόν ως θύμα. Πρακτικά δεν του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά, χαρακτηρίστηκε «ηλεκτρονικός τρομοκράτης». Ήθελαν να τιμωρηθεί σκληρά προκειμένου να λειτουργήσει ως αποτρεπτικό παράδειγμα για επίδοξους μιμητές του. Με αποτέλεσμα να μείνει κοντά 5 χρόνια στη φυλακή περισσότερο λόγω του φόβου για το τι μπορούσε να κάνει παρά γι’ αυτά που όντως είχε κάνει. Χαρακτηριστικά, πέρασε 8,5 μήνες στην απομόνωση επειδή οι αρχές είχαν πιστέψει πως μπορούσε να ξεκινήσει πυρηνικό πόλεμο, παραβιάζοντας τα συστήματα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ! Ναι, ένας μύθος περιέβαλε τις δυνατότητές του.

Πίσω από τα σίδερα, κατά κανόνα… βαριόταν, καμία γοητεία σε αυτό. Αλλά αξιοποίησε τον αίφνης πολύ ελεύθερο χρόνο, την αποχή από τους υπολογιστές. Διάβασε πολύ και έγινε εξπέρ στα νομικά θέματα επειδή δεν είχε λεφτά να πληρώσει δικηγόρο. Απαντούσε επίσης στα γράμματα του κόσμου – να σημειώσουμε εδώ πως υπήρξε ολόκληρο κίνημα για την απελευθέρωσή του. Κυρίως, προχώρησε σε βαθιά ενδοσκόπηση. Κατάλαβε πως αν συνέχιζε έτσι, αργά ή γρήγορα θα επέστρεφε στη φυλακή. Και ότι όλο αυτό δεν είχε πραγματικά νόημα. Έχανε χρόνια. Που δεν γυρνάνε πίσω. Αφέθηκε ελεύθερος έχοντας μετανιώσει για τα λάθη του. Μπορεί να το έκανε για την πλάκα του, αλλά εκ των υστέρων κατανόησε τι πανικό προκαλούσε. Κατά δήλωσή του «νιώθω σαν τον Φρανκ Άμπιγκνεϊλ απ’ το “Catch Me If you Can”, που έκανε τόσες απάτες, και στο τέλος έφτιαξε τη ζωή του».

Ο «Πάπας των χάκερς»: Ο Νο1 καταζητούμενος που κυνηγήθηκε λυσσαλέα απ' το FBI επειδή το ρεζίλεψε

Και πράγματι ένας του είδους είναι, από τη στιγμή που χάρη στις γνώσεις του πέρασε από την άλλη πλευρά. Ξεκίνησε μια άλλη καριέρα. Ως υπεύθυνος ασφαλείας υπολογιστών, σχολιαστής και σύμβουλος. Ακόμα χάκινγκ κάνει, αλήθεια! Απλά νόμιμα. Για να το πούμε με τα δικά του λόγια: «Ναι, είμαι χάκερ ακόμα. Απλώς “ηθικός χάκερ”. Εταιρίες με προσλαμβάνουν για να βρω ευάλωτα σημεία στα συστήματα ασφαλείας τους, ώστε να μπορούν να τα φτιάξουν. Είναι πολύ πιο δύσκολο τώρα. Ο “ηθικός χάκερ” πρέπει να βρει όλα τα ευάλωτα σημεία. Αντίθετα, ο επιτιθέμενος αρκεί να βρει μόνο ένα». Ο Μίτνικ είναι επίσης πετυχημένος συγγραφέας στο αντικείμενό του, ενώ ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να δίνει ομιλίες σε συνέδρια. Η δημιουργικότητά του, οι ικανότητές του και η ανθεκτικότητά του εκφράζονται και αξιοποιούνται σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Θεωρείται μάλιστα μετρ στα του social engineering, την εξαπάτηση δηλαδή με σκοπό την ανάκτηση προσωπικών πληροφοριών.

Η ιστορία του έχει αποτελέσει βάση για πολλά βιβλία, θέματα στον Τύπο, ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Αλλά, ποιος ξέρει, θα μπορούσε ίσως να είναι και μύθος παγκοσμίων διαστάσεων. Πίσω στα 70s, όταν ξεκίνησε η δράση του, ήταν μέλος μιας κοινότητας γνωστής ως Phreakers. Λέξη που προκύπτει από την σύμπτυξη του freak με το phone hacking (ph και freak, γίνεται phreak). Δύο από τους πιο γνωστούς phreakers είναι οι Στιβ Τζομπς και Στιβ Γουόζνιακ, οι οποίοι έφτιαχναν τα blue boxes (συσκευές για να κάνεις δωρεάν τηλεφωνήματα). Με τα λεφτά που μάζεψαν πουλώντας τα, ίδρυσαν την Apple! Για την ιστορία, ο Μίτνικ ποτέ δεν κέρδισε χρήματα από το χάκινγκ. Κι όμως αυτός ήταν που έφτασε να θεωρείται «ηλεκτρονικός τρομοκράτης».

Περίεργη που είναι καμιά φορά η ζωή (των χάκερς)…