«Ψάχνουν ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει»: Πού κρύβεται ο Νο1 Έλληνας καταζητούμενος, Βασίλης Παλαιοκώστας
Βρείτε μας στο

Περίπου 15 χρόνια μετά την κινηματογραφικού τύπου απόδρασή του με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού και 6 από τότε που το όνομά του βρίσκεται πολύ ψηλά στη λίστα των καταζητούμενων της EUROPOL, ο Βασίλης Παλαιοκώστας παραμένει άφαντος.

Για τις 23 Φεβρουαρίου του 2009 είχε οριστεί η δίκη του για την προηγούμενη απόδρασή του το 2006 όταν ένα ελικόπτερο είχε προσγειωθεί στο προαύλιο των φυλακών Κορυδαλλού για να παραλάβει τον ίδιο και τον συγκρατούμενό του, Αλκέτ Ριζάι.

Οι Αρχές είχαν κατορθώσει να τον συλλάβουν τελικά στις 22 Αυγούστου 2008 και λίγους μήνες αργότερα ο διαβόητος εγκληματίας θα βρισκόταν για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με την ελληνική δικαιοσύνη. Κάτι που όμως δεν συνέβη ποτέ αφού μία μέρα νωρίτερα –ξανά με τον ίδιο τρόπο- ο Βασίλης Παλαιοκώστας εξαφανίστηκε για πάντα

Με αφορμή εκείνη τη σύλληψη προκύπτει και η τελευταία γνωστή φωτογραφία του η οποία ωστόσο σήμερα μάλλον δεν ανταποκρίνεται πια στο παρουσιαστικό του Έλληνα «Φαντομά».

«Ψάχνουν ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει»: Πού κρύβεται ο Νο1 Έλληνας καταζητούμενος, Βασίλης Παλαιοκώστας

Και η αιτία για αυτό δεν είναι οι αλλαγές που προφανώς έχουν φέρει τα χρόνια. Τότε, άλλωστε ήταν 43 ετών και πλέον βαδίζει στα 58. Ωστόσο θεωρείται δεδομένο ότι πλέον είναι πολύ διαφορετικός καθώς όλοι έχουν προεξοφλήσει ότι προχώρησε σε πλαστικές επεμβάσεις για να αλλοιώσει πλήρως τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Επιπλέον, πιθανότατα να έχει προχωρήσει σε εμφύτευση μαλλιών και να χρησιμοποιεί φακούς επαφής με τους οποίος έχει αλλάξει και το χρώμα των ματιών του. Επομένως μιλάμε για έναν άλλον άνθρωπο, πράγμα που δυσκολεύει κατά πολύ την πιθανότητα κάποιος κάπου να τον αναγνωρίσει και να γίνει κατά 1.000.000 ευρώ πλουσιότερος, όσο δηλαδή είναι και το ύψους του ποσού με το οποίο έχει επικηρυχθεί.

Η βόμβα του Netflix πυροδοτήθηκε: Φέρνει μια απ’ τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Η βόμβα του Netflix πυροδοτήθηκε: Φέρνει μια απ’ τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών

Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι έχει σταματήσει (έστω σε κάποιο επίπεδο) το ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του. Μάλιστα το 2013 η Ελληνική Αστυνομία είχε δώσει στη δημοσιότητα ένα στοπ-καρέ από βίντεο που είχε καταγράψει κάμερα ασφαλείας σε καφετέρια στην Εθνική Οδό.

«Ψάχνουν ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει»: Πού κρύβεται ο Νο1 Έλληνας καταζητούμενος, Βασίλης Παλαιοκώστας

Θεωρήθηκε τότε ότι αυτή ήταν η νέα εικόνα του Βασίλη Παλαιοκώστα, μετά τις επεμβάσεις, αλλά δεν υπήρξε συνέχεια. Και για να τα λέμε και όλα, υπήρξαν και πολύ σοβαρές ενστάσεις από άλλα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ τα οποία διατύπωσαν την άποψη ότι αυτός που έβλεπαν μπροστά τους δεν θα μπορούσε να είναι ο περιβόητος δραπέτης.

Έτσι η τελευταία απολύτως διασταυρωμένη παρουσία του ασύλληπτου κακοποιού στην Ελλάδα είναι εκείνη που καταγράφηκε δύο χρόνια νωρίτερα, το 2011. Τότε στις 6 Φεβρουαρίου εκείνου του έτους εντοπίστηκε μαζί με άλλο ένα άτομο σε αμάξι στην περιοχή της Αράχωβας.

Νωρίτερα οι αστυνομικοί θεώρησαν ύποπτο το αυτοκίνητο, τσέκαραν τις πινακίδες και διαπίστωσαν ότι ήταν κλεμμένο. Ακολούθησε καταδίωξη και στο 7ο χλμ του δρόμου Λιβαδειάς – Αράχωβας το σταμάτησαν. Όταν ο Παλαιοκώστας βγήκε από το αυτοκίνητο, άνοιξε πυρ εναντίον τους με καλάσνικοφ κι έτσι ξέφυγε. Λίγες ώρες αργότερα το αμάξι εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο στο ύψος της Χαιρώνειας. Μάλιστα μετά από ελέγχους σε κάμερες ασφαλείας μπόρεσε να ταυτοποιήσει την παρουσία του σε ένα καφέ στον Άγιο Στέφανο Αττικής, εκείνη την ημέρα.

Και κάπου εκεί στέρεψαν τα ίχνη του νούμερο 1 καταζητούμενου στην Ελλάδα που παραμένει άφαντος, με μοναδικό σημείο ζωής το βιβλίο του με τίτλο «Ένα φυσιολογικό παιδί» (2019) το οποίο περιέχει κι ένα απόσπασμα που μαρτυρά πολλά για τον χαρακτήρα του:

«Πώς να συγκρατηθεί η θέληση για ζωή; Τούτο το ζουλάπι δεν έλεγε να προσκυνήσει την αλυσίδα. Μου απαγόρευε να ζήσω και πολύ περισσότερο να αποδεχτώ ως φυσιολογική κατάσταση την αιχμαλωσία. Με κρατούσε σε συνεχή εγρήγορση, ψάχνοντας αδιάκοπα μια δίοδο διαφυγής. Να σκάψει, να κόψει κάγκελα, να βάλει φουρνέλο στα ντουβάρια, να φτιάξει μια σκάλα να ανεβεί στ’ άστρα, μέχρι να ανακαλύψει τη μεγάλη έξοδο. Να απαλλαγεί απ’ τον κυκλωτικό χορό των βρικολάκων που στήναν ολόγυρα τ’ ανθρώπινα βαμπίρ. Ώσπου να βρεθεί έξω εκεί, μακριά. Να ‘χει στα ποδάρια του τη φυλλωσιά του δάσους, στα πνευμόνια του τον καθάριο βουνίσιο άνεμο και να αφουγκράζεται τον αντίλαλο της φωνής του στην αστροφεγγιά»…