Ανελέητο ξύλο, χαβαλέ, μυστήριο: Το παιδικό που κάθε 30άρης είχε «λιώσει» μικρός
Retro

Ανελέητο ξύλο, χαβαλέ, μυστήριο: Το παιδικό που κάθε 30άρης είχε «λιώσει» μικρός

Ποιος είπε ότι μια ταινία δεν μπορεί να είναι πιο εθιστική κι από ένα σκληρό ναρκωτικό;

Μοιάζει δύσκολο- μην απολογείστε, το ξέρουμε. Η μνήμη σας έχει αρχίσει να είναι πιο ασθενής κι από το διάσημο Άγγλο, με τα πρόσωπα της ιστορίας να θυμίζουν κιτρινισμένη φωτογραφία στην οποία ουδείς διακρίνεται καθαρά.

Επιτρέψτε μας να σας βοηθήσουμε ελαφρώς, ξεκινώντας με το πότε. Ήταν εκεί, στα τέλη περίπου των 80s και στις αρχές των 90s. Ας πάμε στο πού: στο πατρικό σας σπίτι. Τώρα οι δευτερεύοντες ρόλοι: ο πατέρας σας μάλλον την έχει πατήσει ανεπανόρθωτα, καθώς, σύμφωνα με τις καταγγελίες της μαμάς σας, πέρασε με τα παπούτσια του από το σημείο που μόλις είχε σφουγγαρίσει η γλυκύτατη γυναίκα του. Όπως είναι λογικό, οσονούπω θ’ αντικρίσει τα ραδίκια από μια ξεχωριστή οπτική γωνία, την οποία ουδέποτε είχε «γνωρίσει».

Και να και ο πρωταγωνιστής: εσείς. Δείχνετε κατάκοπος. Κατά πάσα πιθανότητα σας βασανίζει κάποιο από τα συνήθη- συχνά ανυπέρβλητα- προβλήματα των 10χρονων (Χάσατε στις τάπες; Δεν γράψατε στο βίντεο το σαββατιάτικο επεισόδιο του Dragon Ball Z; Η Μαιρούλα, η μέλλουσα σύζυγός σας, δείχνει να το πηγαίνει σοβαρά με τον Γιωργάκη, μιας και χθες στο τελευταίο διάλειμμα του έπιασε το χέρι; Ποιος ξέρει…). Φαίνεστε το άσπρο σας το χάλι, όμως…

Ανελέητο ξύλο, χαβαλέ, μυστήριο: Το παιδικό που κάθε 30άρης είχε «λιώσει» μικρός

Όμως πάνω που αρχίζετε να επαναλαμβάνετε σα χαλασμένο ρομπότ «Όλες ίδιες είναι τελικά, καλά μου τα ’λεγε ο  Στάθης από το Δ2…», ακούτε εκείνο το intro και στρέφετε το κεφάλι σας στην τηλεόραση με την ταχύτητα που η Μαιρούλα στρέφει το δικό της όταν ο Γιωργάκης βγάζει την μπλούζα του στο ποδόσφαιρο.

Αυτό που ακολουθεί είναι η δική σας εκδοχή του «αίμα κι άμμος»: πηδάτε στον αέρα με προτεταμένο το πόδι, ρίχνετε ανάποδη κλοτσιά στο αγαπημένο βάζο της μάνας σας (μην ανησυχείτε, θα σας ανταποδώσει την κλοτσιά- μόνο που η δική της θα είναι στα μούτρα σας), κάνετε κακοποιημένες κινήσεις καράτε και, το βασικότερο, βγάζετε κραυγές που θυμίζουν κράμα σεληνιασμένου ζώου και ημίτρελου θαμώνα σε κακόφημα μπαρ του Μεξικού.

Και, μεταξύ μας, πολύ καλά κάνετε: στην τηλεόραση έχουν αρχίσει τα «Νιντζάκια» και τα τρία μικρά αδέρφια ετοιμάζονται να τα βάλουν γι’ ακόμα μία φορά με τις πιο αιμοσταγείς συμμορίες της Κίνας, τους πιο αδυσώπητους κακοποιούς και έναν σωρό ακόμα αντιπάλους.

Τα 3 Νιντζάκια (ή Young Dragons: Kung Fu Kids, όπως είναι ο αγγλικός του τίτλος), προσγειώθηκαν σαν τηλεοπτικός κομήτης στην παρθένα καρδιά μας όταν ήμασταν παιδαρέλια και μας έκαναν να τα ερωτευτούμε για τότε, για το εγγύς μέλλον, για το απώτερο, για πάντα.

Η υπόθεση της ταινίας του 1986 ήταν από βλακώδης έως «Ρε φίλε, αλήθεια τώρα;»: ο παππούς μεγαλώνει τα τρία παιδιά στην επαρχία της Κίνας, μαθαίνοντάς τους τα μυστικά του Κουνγκ Φου και κάνοντάς τα κινούμενες πολεμικές μηχανές.

Ωστόσο, όταν μια μέρα χάνεται το εξωτικό πουλί του παππού (αυτό δεν είναι κάποια διεστραμμένη αναφορά στο πέος του, μιλάμε για κανονικό πουλί) επειδή κάποιος άνοιξε κατά λάθος το κλουβί του, τα «Νιντζάκια» αποφασίζουν να πάνε στην πόλη προκειμένου να το βρουν (γιατί, προφανέστατα, το πουλί ήταν γεννημένο μεγαλοαστός και το έπνιγε το χωριό, οπότε την έκανε).

Εκεί βρίσκουν τη γιαγιά τους που ζει τη μεγάλη ζωή και, παράλληλα, πέφτουν στα ακονισμένα νύχια των μαφιόζων, οι οποίοι λόγω λόγων αποφασίζουν να βάλουν τέλος στη ζωή των πιτσιρικάδων.

Πάνω, όμως, που αρχίζουν να τρώνε γλαρόσουπα, ξεκινάνε να τις τρώνε κι από τα «Νιντζάκια»: ο Α-Κουό, ο Σιάο-Γιου και ο Χοντρούλης παίρνουν τα κρόταλά τους, φοράνε τις λευκές τους στολές και κάνουν τους ενήλικες τόσο τόπι στο ξύλο, που για να τους αναγνωρίσει κανείς χρειάζεται ενδελεχής μελέτη της οδοντοστοιχίας τους.

Η αιτία που τα Kung Fu Kids αιχμαλώτιζαν την ψυχή μας με την ευκολία που ξοδεύαμε τα 50ρικάκια του πατερά μας στο Shinobi, ήταν το γεγονός πως πέραν των σκηνών (κακογυρισμένης, μα εντυπωσιακής για την εποχή) δράσης, υπήρχαν και οι κατάλληλες δόσεις μυστηρίου, αναμεμειγμένες με θαρραλέες ποσότητες χονδροειδούς χιούμορ (πόσες φορές μπορεί να είχε σκιστεί το βρακί και η κάτω φόρμα του Χοντρούλη;).

Τα «Νιντζάκια» γνώρισαν πέντε ολόκληρες συνέχειες, μέχρις ότου οι πρωταγωνιστές τους έγιναν οι ίδιοι παππούδες και περισσότερο θύμιζαν θαμώνες σε ΚΑΠΗ παρά λάτρεις των πολεμικών τεχνών.

Ωστόσο και τα 6 φιλμ αποτελούσαν παρατεταμένες ένοχες απολαύσεις και το μόνο που χρειαζόταν προκειμένου να κολλήσουμε τα μούτρα μας στην τηλεόραση και να χάσουμε κάθε αίσθηση του τι γίνεται γύρω μας, ήταν λίγες νότες από το σήμα αρχής ή ένα θορυβώδες «Άου!».

Ανελέητο ξύλο, χαβαλέ, μυστήριο: Το παιδικό που κάθε 30άρης είχε «λιώσει» μικρός

Έπειτα, άπαντες μετατρέπονταν σε θολές φιγούρες στο βάθος κι εμείς γινόμασταν ένα με τα «Νιντζάκια».

Ανάποδη κωλοτούμπα. Εναέρια κλοτσιά. Γλίστρημα στο έδαφος. Στραβοκοίταγμα του αντιπάλου. Μπουνιά στ’ αχαμνά. Και μετά, ο αναμενόμενος, γλυκός θρίαμβος.

Ναι, εντάξει, το δεχόμαστε: πέρασαν τόσα χρόνια από τότε- πέρασαν πολλά.

Αλλά δε γίνεται.

Δε γίνεται να μη θυμάστε.