«The Irishman»: Μια υπόκλιση στον Σκορτσέζε και ένα Όσκαρ στον Πατσίνο, παρακαλώ...

Ο Φρανκ Σίραν, γνωστός στη γλώσσα της πιάτσας και ως «Ο Ιρλανδός», υπήρξε ένας από τους θρυλικότερους εκτελεστές της ιταλικής μαφίας στις ΗΠΑ των 50s και των 60s.

Δούλεψε κατά βάση για τον Ράσελ Μπαφαλίνο, το αφεντικό της μαφίας που για χρόνια έκανε δουλειές με την ηγεσία του συνδικάτου των φορτηγατζήδων, των λεγόμενων «Teamsters», της πιο ισχυρής συνδικαλιστικής ένωσης των ΗΠΑ εκείνα τα χρόνια.

«Έμαθα πως βάφεις σπίτια», ήταν τα πρώτα λόγια που είπε ο Τζίμι Χόφα στον Σίραν, όταν ο Μπαφαλίνο τους έκανε το κονέ για μια δουλειά: ήταν το συνθηματικό με το οποίο απευθυνόσουν στους πληρωμένους εκτελεστές προκειμένου να μιλήσεις για δολοφονίες.

Εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερες συστάσεις για τον Τζίμι Χόφα δεν χρειαζόντουσαν: μάλλον δεν υπήρχε άνθρωπος στην Αμερική που να μην γνωρίζει το όνομά του. Επί σειρά ετών πρόεδρος των Teamsters, ο άνθρωπος που οργάνωσε το σωματείο από το μηδέν και το γιγάντωσε μέσα σε λίγα χρόνια, ο Τζίμι Χόφα ανέβασε και κατέβαζε κυβερνήσεις με τη δυναμική του και φυσικά, η ικανότητά του στο να ισορροπεί ανάμεσα στα συμφέροντα των εργαζομένων που εκπροσωπούσε και στο να κλείνει δουλειές που του επέτρεπαν να ζει πλουσιοπάροχα με όχημα το συνδικάτο, τον είχε μετουσιώσει σε ένα αντιφατικό αμάλγαμα συνδικαλιστή και επιχειρηματία.

Η εξαφάνισή του το 1975 παραμένει μέχρι και σήμερα ένα μεγάλο μυστήριο. Αν και η θεωρία πως τον σκότωσε η μαφία είναι μάλλον η επικρατέστερη.

Αυτή την θεωρία εξερευνά η τελευταία ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε,«Ο Ιρλανδός», μια ιστορία βασισμένη στην αυτοβιογραφία του Σίραν με τίτλο: «Έμαθα πως βάφεις σπίτια». Πρόκειται για την πιο πολυσυζητημένη ταινία της χρονιάς μαζί με το «Joker» και αυτό είναι απόλυτα λογικό: το να σκηνοθετεί ολόκληρος Σκορτσέζε μια ταινία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο του Φρανκ Σίραν, τον Τζο Πέσι στον ρόλο του Ράσελ Μπαφαλίνο και τον Αλ Πατσίνο στον ρόλο του Τζίμι Χόφα είναι αυτονόητα μια ιστορική στιγμή στην ιστορία του παγκοσμίου σινεμά.

Αυτή η ταινία πρόκειται να ντεμπουτάρει πολύ σύντομα για το παγκόσμιο κοινό μέσω Netflix αλλά ορισμένοι τυχεροί την έχουν ήδη δει: κάποιοι σε φεστιβάλ του εξωτερικού, κάποιοι στην εν ελλάδι avant premiere που παίχτηκε πρόσφατα.

Τα αμερικάνικα Μέσα αποθέωσαν τον «Ιρλανδό», ορισμένοι έγραψαν πως πρόκειται για την καλύτερη ταινία που έχει κάνει ποτέ ο Σκορτσέζε. Αναμφίβολα, υπερβολές: έχει γυρίσει αρκετές καλύτερες ταινίες ο Σκορτσέζε. Από την άλλη, είναι αυτονόητο αλλά παρ’ όλα αυτά ας το πούμε: όταν μιλάμε για ταινία του Σκορτσέζε, το ένα σκαλί κάτω από το «Αριστούργημα», είναι το όριό της. Και ο «Ιρλανδός» είναι ακριβώς αυτό: όχι αριστούργημα, αλλά ένα σκαλί κάτω από αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Ο Σκορτσέζε συναντιέται με τους παλιόφιλούς του -ακόμα και ο Χάρβεϊ Καϊτέλ έχει έναν μικρό αλλά απολαυστικότατο ρόλο εδώ- και τον Αλ Πατσίνο (με τον οποίο συνεργάστηκε για πρώτη φορά) και όλοι μαζί κάνουν αυτό που έχουν αποδείξει πως ξέρουν να κάνουν καλύτερα από τον καθένα (με εξαίρεση ίσως τον Φράνσις Φορντ Κόπολα): φτιάχνουν ένα επικό, μεγάλης διάρκειας όπως αρμόζει σε κάθε επική δημιουργία, gangster movie.

Μέσα από την αποτύπωση της κοινής ιστορίας των Μπαφαλίνο, Σίραν και Χόφα, ο Σκορτσέζε κάνει ταυτόχρονα και έναν μεγάλο σχολιασμό της αμερικάνικης ιστορίας από τις αρχές των 60s μέχρι τα μέσα των 70s, που θυμίζει κάτι από αυτό που έκανε το «Forest Gump» αλλά μαφιόζικη σκοπιά: ενώ οι τρεις άντρες μεγαλώνουν, ωριμάζουν και εξελίσσονται μαζί, περνάνε από μπροστά μας τα πιο σημαντικά γεγονότα της βαθιά ψυχροπολεμικής περιόδου και ο Σκορτσέζε κλείνει το μάτι στην βαθιά συνάφειά τους με τα όσα γίνονται πίσω από τις κουρτίνες, στο παρασκήνιο της οικονομικής ζωής της χώρας, στη ζωή του οργανωμένου εγκλήματος.

Από το αμερικάνικο εξευτελισμό από την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο στην εισβολή του Κόλπου των Χοίρων και την δολοφονία Κένεντι μέχρι την ανοικτή κόντρα του Εισαγγελέα Κένεντι με τον Τζίμι Χόφα και από εκεί στο Σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, ο «Ιρλανδός» τσιγκλάει διαρκώς τον μέσο Αμερικάνο θεατή και κυρίως, την καθαγιασμένη οπτική της αμερικάνικης ιστορίας.

«The Irishman»: Μια υπόκλιση στον Σκορτσέζε και ένα Όσκαρ στον Πατσίνο, παρακαλώ...

Με τον «Ιρλανδό» επίσης, ο Σκορτσέζε επιχειρεί να «παντρέψει» σε επίπεδο ύφους τις δυο μεγάλες στιλιστικές περιόδους του. Αν οι «Βρώμικοι Δρόμοι», ο «Ταξιτζής» και το «Οργισμένο Είδωλο» ήταν ταινίες του που ενδιαφερόντουσαν πρωτίστως για τους χαρακτήρες και ως εκ τούτου η αφήγηση «ανέπνεε» και έπαιρνε τον χρόνο της ώστε να μπορέσει να τους ακολουθήσει αποτελεσματικά, τα «Καλά Παιδιά», το «Καζίνο» και ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» ήταν ταινίες που ενδιαφερόντουσαν περισσότερο για το περιβάλλον των χαρακτήρων τους και ως εκ τούτου, είχαν σπιντάτο μοντάζ, έντονη αφήγηση, κοφτή μετάβαση των σεκάνς. Στον «Ιρλανδό» επιχειρεί να συνδυάσει αυτές τις δυο ματιές του.

Θα έλεγε κανείς πως με έναν τρόπο, ο «Ιρλανδός, ακριβώς μέσω αυτής της λογικής «παντρέματος» των υφών του Σκορτσέζε, αποτελεί περίπου μια επιστροφή στον «Πληροφοριοδότη» του, που (μάλλον όχι συμπτωματικά) είχε επίσης στο επίκεντρό του την παράλληλη πορεία τριών ανδρών και του ετεροκαθορισμού τους από το οργανωμένο έγκλημα.

Το «περίπου» είναι η λέξη-κλειδί. Διότι ο Σκορτσέζει μοιάζει εδώ να κάνει και μια άλλη νοθεία στο ίδιο το ύφος του και να βγάζει το καπέλο στον εχθραδερφό του, Φράνσις Φορντ Κόπολα και μάλιστα ακομπλεξάριστα και απενοχοποιημένα.

Ο «Ιρλανδός» είναι μια ταινία που επιχειρώντας να εμβαθύνει πάνω στην έννοια της ενοχής (τυπικός καθολικός φυσικά ο Σκορτσέζε ακόμα και όταν δεν γυρίζει χριστιανοκεντρικές ταινίες…) και της προδοσίας -άλλωστε που αλλού θα συναντήσεις ανθρώπους που να ταλαιπωρούνται τόσο πολύ από αυτά αν όχι στο οργανωμένο έγκλημα;- γλυκοκοιτάει με τον τρόπο της τον «Νονό 2» του Κόπολα (αν και σε επίπεδο τελικής ποιότητας, πιο πολύ στον «Νονό 3» μοιάζει, κάτι διόλου υποτιμητικό φυσικά).

Και ο Σκορτσέζε όχι απλά δεν φοβάται να παραδεχθεί πως η θεματική «μαφία-ενοχή-προδοσία» προσεγγίστηκε με αξεπέραστο τρόπο από τον «Νονό 2», αλλά ορισμένες σκηνές μοιάζουν απευθείας φόροι τιμής στην καλύτερη μαφιόζικη ταινία που γυρίστηκε ποτέ. Μεγαλόψυχος και εμβληματικός φιλμικός «διάλογος», αν μη τι άλλο…

«The Irishman»: Μια υπόκλιση στον Σκορτσέζε και ένα Όσκαρ στον Πατσίνο, παρακαλώ...

Καταπληκτικός χειριστής του κινηματογραφικού χρόνου -και ας υπερβαίνουν οι τρίωρες ταινίες του τον μέσο όρο των κινηματογραφικών χρόνων- και μάστερ στο να κλιμακώνει και να αποκλιμακώνει την ιστορία που αφηγείται, μετρ στον «εμβολιασμό» των στόρι του με sublots που δεν λειτουργούν απλά συμπληρωματικά στην κεντρική υπόθεση αλλά την ισχυροποιούν περεταίρω, ο Σκορτσέζε γυρίζει μια ταινία που είναι γεμάτη από τα σκηνοθετικά του προτερήματα. Και αν πολλοί θεωρήσουν περιττό το τελευταίο μισάωρο της ταινίας (δεδομένα, μπόλικοι θα κάνουν αυτόν τον ισχυρισμό), ο Σκορτσέζε, απαλλαγμένος λόγω Netflix από εκπτώσεις, εδώ αδράττει την ευκαιρία να σκάψει όσο πιο βαθιά μπορεί στην ιστορία του και ως εκ τούτου να την εξυψώσει.

Κατά τα άλλα, ο «Ιρλανδός» είναι η επιστροφή του Αλ Πατσίνο στους ιστορικούς και εμβληματικούς του ρόλους: είχαμε χρόνια να τον δούμε τόσο στιβαρό σε ρόλο και κανονικά, το δίκαιο είναι βραβευτεί με ένα Όσκαρ για τους ερμηνευτικούς παπάδες που κάνει ως Τζίμι Χόφα, ενώ αντίστοιχα εμβληματικός και πολύ πιο υπόγειος απ’ όσο έχουμε συνηθίσει είναι και ο Τζο Πέσι που αν και εδώ υποδύεται τον πιο ήσυχο μαφιόζο της καριέρας του (ξεχάστε τον φωνακλά Πέσι των «Καλών Παιδιών» και του «Καζίνο») δίνει μια ερμηνεία που κοιτάει ευθέως στα μάτια της κλασικές ερμηνείες του σε αντίστοιχους ρόλους.

Ανάμεικτα είναι από την άλλη, τα συναισθήματα για τον Ντε Νίρο. Κεντρικός πρωταγωνιστής της ταινίας ουσιαστικά, ο Ντε Νίρο υποδύεται τον πιο περίπλοκο χαρακτήρα της ταινίας και σίγουρα τον πιο μπερδεμένο συναισθηματικά.

Υπάρχουν στιγμές που το παγωμένο και ανέκφραστο βλέμμα του δίνει την αίσθηση της τέλειας ερμηνείας ενός χαρακτήρα που νιώθει την ανάγκη να «παγώσει» τα συναισθήματά του για να ισορροπήσει ανάμεσα στις πράξεις του και τις ενοχές του αλλά από την άλλη, είναι και στιγμές που νιώθεις ότι αυτό το «πάγωμα» είναι έλλειψη προσπάθειας του Ντε Νίρο και τα συναισθήματα του χαρακτήρα στα περνάει αποκλειστικά η αίσθηση της ταινίας και όχι ο ίδιος ο Ντε Νίρο. Δεδομένα, θα γίνει αρκετή συζήτηση για το αν ήταν εύστοχη ή άστοχη αυτή η προσέγγιση του Ντε Νίρο στον ρόλο του.

Κατά τα άλλα, ο «Ιρλανδός» είναι ταινία που σου δημιουργεί ανάγκη να την ξαναδείς, ώστε να απολαύσεις ορισμένες από τις καταπληκτικές σεκάνς της χωρίς την έκπληξη της πρώτης φοράς. Μια μάλιστα εξ’ αυτών είναι φτιαγμένη από το υλικό που κάνει τις κινηματογραφικές αίθουσες να σιωπούν εκκωφαντικά και είναι δεδομένο πως θα γίνει κλασική. Θα λέγαμε παραπάνω αλλά δεν γίνεται χωρίς spoiler… Αλλά ναι, όποιος δει τον «Ιρλανδό» -και δεν είναι εντελώς άμπαλος από σινεμά- δεν παίζει να μην θελήσει να τον ξαναδεί πολύ πολύ άμεσα…