Ένα μεγάλο χαμένο στοίχημα: Η νούμερο 1 ταινία του Netflix δεν μας αφήνει ακριβώς με ανοικτό το στόμα!
Βρείτε μας στο

Είναι πολύ έντονο το ρεύμα περί συμπεριληπτικότητας που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια στη βιομηχανία του κινηματογράφου και ταυτόχρονα, πέρα για πέρα σεβαστό. Γιατί -ας πούμε- οι action ταινίες να έχουν σε τεράστιο βαθμό άντρες πρωταγωνιστές και μόνο οι εξαιρέσεις να είναι οι γυναικείοι action χαρακτήρες; Γιατί σε μια ταινία όπου παίζουν ένας μαύρος ηθοποίος και ένας λευκός ηθοποιός, ο δεύτερος να είναι πάντα ο βασικός ήρωας και ο πρώτος ένας υποστηρικτικός χαρακτήρας;

Αυτοί οι διαχωρισμοι πρέπει πράγματι να σταματήσουν να υπάρχουν και είναι δίκαιες οι φωνές που το διαλαλούν. Είναι όμως και μεγάλο κρίμα να υποτιμάται η έμπνευση προς χάρη της συμπεριλιπτικότητας αντί να πηγαίνουν χέρι-χέρι. Η νούμερο 1 επιλογή των θεατών του Netflix τις τελευταίες μέρες πάσχει από αυτή την «ασθένεια»: πάνω στην καούρα της να δώσει σε ένα γυναικείο χαρακτήρα χώρο που άλλοτε αντιστοιχούσε μόνο στους αντρικούς ξεχνάει την ουσία, δηλαδή να είναι μιας στοιχειωδώς καλή ταινία.

Ο λόγος για το «Lou», η υπόθεση του οποίου έχει ως εξής: Η Χάνα είναι μία γυναίκα που ζει μαζί με την κόρη της, την Βι σε ένα τροχόσπιτο σε ένα απομακρυσμένο νησί. Κατά τη διάρκεια μιας τροπικής καταιγίδας, ο Φίπο, δηλαδή ο πατέρας της Βι που θεωρούνταν νεκρός, την απαγάγει και επιχειρεί. Αναπόφευκτα, η Χάνα θα προσπαθήσει να εντοπίσει και να σώσει την κόρη της, μαζί με τη βοήθεια της Λου, μιας δυναμικής γειτόνισσας.

Όσοι το δείτε και στίψετε το μυαλό σας να θυμηθείτε τι σας θυμίζει, μην το παλεύετε: πρόκειται για μια τυπική περιπέτεια από εκείνες που ο Λίαμ Νίσον γυρνάει με το τσουβάλι τα τελευταία χρόνια. Και αν και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές -μάλλον το καλύτερο στοιχείο της ταινίες- και η χημεία που προκύπει μεταξύ τους μοιάζει με όαση μπροστα στα υπόλοιπα. Κατά τα άλλα, το «Λου» μοιάζει να μην έχει τίποτα το ιδιαίτερο να προσφέρει, αντίθετα μας κάνει να νιώθουμε πως όσα μας δείχνει ήδη τα έχουμε ξαναδεί.

Ως εκ τούτου αδυνατεί όχι απλά να μας κρατήσει ζωντανή την απαιτούμενη action ένταση που θα έπρεπε να μας έχει στην τσίτα αλλά αντίθετα, οριακά συντηρούμε το ενδιαφέρον μας μέχρι το τέλος. Το παράλογο δε είναι πως το φινάλε μας προετοιμάζει ανοικτά και για την έλευση ενός σίκουελ. Λογικό από μια άλλη οπτική φυσικά καθώς αφού η ταινία σαρώνει στο Netflix γιατί να μην γυριστεί και η συνέχεια της;

Βέβαια, οι εν λόγω κατατάξεις στο Netflix δείχνουν απλά την ακροαματικότητα μιας ταινίας. Η αποδοχή της είναι άλλη ιστορία. Και μαντεύουμε πως μέσα στον ορυμαγδό ταινιών και σειρών που μας κατακλύζουν, μια ταινία σαν το «Λου» που πάσχει από τρομακτική έλλειψη πρωτοτυπίας είναι μάλλον καταδικασμένη να χαθεί μέσα στον σωρό μαζί με όσα σίκουελ της και αν προκύψουν…