Ενίοτε ο νους παίζει παιχνίδια, κάνει αλλόκοτες συνδέσεις. Μα να βλέπεις τη Μεγάλη Χίμαιρα, την «ακριβότερη παραγωγή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης» όπως διαφημίζει η ΕΡΤ, και να σκέφτεσαι το Pluribus, τη νέα σειρά του (χαρισματικού) Βινς Γκίλιγκαν στο Apple TV; Τι ήταν αυτό που μας… βρήκε Πρωτοχρονιάτικα; Από πού κι ως πού;
Επιχειρώντας να δώσουμε μια εξήγηση, μια λέξη προέκυψε σαν γέφυρα των δύο αυτών, εντελώς διαφορετικών, τηλεοπτικών κόσμων: Η άργητα. Είναι άραγε κάποιου είδους νέα μόδα; Μια συνειδητή απόφαση ορισμένων δημιουργών να δώσουν χώρο και χρόνο στην εικόνα, στις σιωπές και σε καταστάσεις που θέλουν να μας κάνουν πιότερο να σκεφτόμαστε παρά να καταναλώνουμε μασημένη τροφή;
Μπορεί ναι, μπορεί όχι, έχει πάντως ενδιαφέρον ως βάση εκκίνησης μιας γενικότερης συζήτησης. Γιατί (θα) είναι διαφορετικό από το trend των καιρών μας που σου ζητάει να τρέχεις από το ένα το άλλο, να μην προλαβαίνεις να σκέφτεσαι και να αφομοιώνεις, αλλά να προχωράς μονίμως στο όποιο επόμενο – πηγαίνοντας άραγε πού και έχοντας μάθει τι;

Μια κολοσσιαία πρόκληση
Η Μεγάλη Χίμαιρα αντλεί το υλικό της από ένα από τα πλέον διαβασμένα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, το ομώνυμο masterpiece του Μ. Καραγάτση. Είναι πάντα καλύτερο, θαρρούμε, να έχεις «βίωμα» από κάτι στην original μορφή του. Με άλλα λόγια, εν προκειμένω, να έχεις διαβάσει το βιβλίο. Κι ας βάζει σε διαδικασία συγκρίσεων. Δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας μήτε, απαραιτήτως, διχαστικός.
O Βαρδής Μαρινάκης που υπογράφει τη σκηνοθεσία και ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης που ανέλαβε να προσαρμόσει το σενάριο για τις ανάγκες της σειράς είχαν να αναμετρηθούν με μια κολοσσιαία πρόκληση. Τα κατάφεραν; Τηρουμένων των αναλογιών και έχοντας ως δείγμα τα πρώτα 2 επεισόδια που ανέβηκαν με την ανατολή του 2026 στο Ertflix (η επίσημη τηλεοπτική πρεμιέρα θα γίνει την Κυριακή 4/1), η απάντηση είναι καταφατική.
Πλάνα ωραία, αργόσυρτα, επιβλητικά. Μια πειστικότατη αναπαράσταση της εποχής και ένα ιντριγκαδόρικο παιχνίδι του φακού με το φως, του Αιγαίου, του ήλιου. Φαίνεται, με τη μία, πως πρόκειται για ακριβή παραγωγή, πως έχει πέσει χρήμα.

Και μια συναρπαστική ιστορία…
Όλα αυτά ενώ παρακολουθούμε την ιστορία της Μαρίνας (Fotini Peluso). Ιταλίδα, μεγαλωμένη σε πλούσιο σπίτι, με έναν πατέρα απόντα, τον οποίο όμως υπεραγαπούσε, και μια μητέρα που έψαξε να καλύψει το κενό της συντροφικότητας στις απανωτές ερωτικές σχέσεις, ως και επί πληρωμή. Την πρωτοβρίσκουμε εν πλω. Νιόπαντρη, στο πλάι του συζύγου της, καπετάνιου Γιάννη (Ανδρέας Κωνσταντίνου), με προορισμό τη Σύρο.
Μέσα από flash back μαθαίνουμε για το παρελθόν της, αρχίζουμε να κατανοούμε ποια είναι. Το πού πηγαίνει και τι την περιμένει έρχεται αμέσως μετά, ως ζητούμενο. Και δεν είναι, διόλου, ευοίωνο. Η πεθερά της (Καρυοφύλλια Καραμπέτη) δεν την θέλει ούτε ζωγραφιστή. Δεν ‘πα να της λένε πως η νύφη της είναι από εύπορη οικογένεια, καλλιεργημένη, με σπουδές στα αρχαία ελληνικά; «Είναι ξένη», απαντάει, με βλέμμα άδειο και βαθιά απογοητευμένο.
Και από αυτό και μόνο κατανοούμε τι θα τραβήξει η Μαρίνα στη συνέχεια. Ενώ θα κληθεί να υπάρξει, ούσα free spirit και πολύ μπροστά από την εποχή της, σε μια οπισθοδρομική και βαριά συντηρητική μικρή κοινωνία. Πού θα οδηγήσει αυτό το εκρηκτικό μείγμα καταστροφής; Απαντήσεις στα επόμενα 4 επεισόδια. Τα οποία θα βγαίνουν ένα ανά βδομάδα μετά το διπλό πρωτοχρονιάτικο «μποναμά» που έδωσε στο κοινό η ΕΡΤ.
Η Μεγάλη Χίμαιρα δεν (θα) είναι εύπεπτη σειρά. Ακριβώς επειδή καταπιάνεται με δύσκολα και απαιτητικά θέματα που σου ζητάνε να κάτσεις να σκεφτείς, όχι απλά να τα δεις και να πας παρακάτω. Δεν είναι δηλαδή του στιλ «αγωνία, να δω τι θα συμβεί». Αλλά είναι πραγματικά ποιοτική, δουλεμένη στην κάθε της λεπτομέρεια. Έχει και πολλές ερωτικές σκηνές, όμως τίποτα που να μην εξυπηρετεί το πνεύμα του έργου. Που έχει να κάνει με τον πόθο, την αχαλίνωτη υποταγή στη χημεία του κορμιού.
Καθώς περνούσαν τα λεπτά, μια νέα σκέψη μας ήρθε κατά νου: Χρειαζόμαστε, ως θεατές, δουλειές σαν την Μεγάλη Χίμαιρα. Δουλειές που αναδεικνύουν την κλασική λογοτεχνία στο σήμερα χωρίς να μυρίζουν ναφθαλίνη, δουλειές που σε κάνουν να σκέφτεσαι (και) έξω από το κουτί. Σαν μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη…
