Από τα πρώτα πράγματα που παρατηρείς είναι μια έντονη αισθητική 90s. Θαρρείς και ήθελε έτσι να ταυτιστεί σημειολογικά το επί της οθόνης reunion των Ματ Ντέιμον και Μπεν Άφλεκ, κοντά 30 χρόνια μετά τον Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ. Στην πράξη, όμως; Τι λέει αυτό το The Rip, που τόσο μεγάλες προσδοκίες είχε το Netflix από το ανέβασμά του;
Αν μας ρωτάς, όχι αυτό που θα θέλαμε, ελπίζαμε. Δηλαδή, ΟΚ, κακό δεν είναι. Βλέπεται χωρίς να σε κουράζει, σαν το αρχίσεις θα πας μαζί του ως το τέλος. Αλλά είναι αυτό αρκετό; Ήταν αυτός ο στόχος; Να βολευτεί με αυτό το μίνιμουμ μια τέτοια σύμπραξη δύο εκ των πιο λαμπρών αστέρων του Χόλιγουντ;
Κι όμως, ενδεχομένως, η απάντηση να είναι θετική. Γιατί το Netflix ορίζει πια ένα περίγραμμα που το καλλιτεχνικό κομμάτι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα μπρος στο εμπορικό, στα views. Τα παρακάτω λόγια του Ματ Ντέιμον προκάλεσαν συζήτηση και κρύβουν εντός τους, μεγάλο μέρος της ουσίας για το πού οδεύουν τα πράγματα στη βιομηχανία του θεάματος στον καιρό του streaming:

«Η στάνταρ μέθοδος με την οποία μάθαμε να κάνουμε ταινίες δράσης, σε γενικές γραμμές συνίστατο στο να έχουμε τρεις σκηνές-κλειδιά. Μία στην πρώτη πράξη, μία στη δεύτερη και μία στην τρίτη. Το μεγαλύτερο μέρος του μπάτζετ πήγαινε στην τρίτη, λογικό, αυτή είναι η κορύφωση. Και τώρα το Netflix έρχεται και σου λέει: “Μπορούμε να έχουμε μια πολύ μεγάλη σκηνή στα 5 πρώτα λεπτά; Θέλουμε ο κόσμος να μείνει στην οθόνη του. Και δεν θα ήταν κακό αν επαναλαμβάνετε την πλοκή τρεις ή τέσσερις φορές στον διάλογο, επειδή οι θεατές είναι κολλημένοι στα κινητά τους ενώ παρακολουθούν την ταινία. Αυτό αρχίζει και επηρεάζει τον τρόπο που αφηγούμαστε τις ιστορίες. Αν έχετε την εντύπωση πως οι διάλογοι έχουν μια αίσθηση déjà vu, τώρα ξέρετε το γιατί».
Πάντως το The Rip δεν είναι (και τόσο) έτσι. Είναι old school αστυνομική περιπέτεια και αυτό εν προκειμένω για θετικό μας κάνει, με βάση το παραπάνω που είπε ο Ντέιμον. Η αλήθεια είναι πως η ταινία κάνει «έμπα» που κάνει τα μάτια σου να σηκωθούν αμέσως από το κινητό σου αν είσαι ο τύπος που σκρολάρει ενώ βλέπει, είσαι δηλαδή παιδί του σύγχρονου multitasking. Μια άγρια δολοφονία στο 5λεπτο, της Αρχηγού Τζέιμι Βέλεζ. Και αμέσως μετά η ανάκριση των Ομοσπονδιακών στα μέλη της ομάδας της, στο πλαίσιο της εσωτερικής έρευνας για το τι συνέβη.
Να η «γνωριμία» μας με έναν macho κόσμο που πολλά λέγονται, ακόμα περισσότερο δεν λέγονται και οι εντάσεις είναι παντού, φανερές ή αδήλωτες. Ο Ντέιν Ντούμαρς (Ματ Ντέιμον) δείχνει ήρεμος και συγκροτημένος, ενώ ο παρτενέρ του, Τζέι-Ντι (Μπεν Άφλεκ) δεν θέλει πολλά για να «φορτώσει» ειδικά όταν απέναντί του έχει τον ομοσπονδιακό πράκτορα, αλλά και βαθιά ειρωνικό απέναντί του, αδελφό του.

Σύντομα αποκαλύπτεται το κλου της ταινίας και έχει να κάνει με τα λεφτά. Συγκεκριμένα, με την εύρεση 20 εκατ. δολαρίων κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης σε ερειπωμένη γιάφκα συμμορίας ναρκωτικών. Και να σου το ηθικό δίλημμα που εξελίσσεται σε διαμάχη: Τι θα κάνουν με αυτά τα λεφτά; Όσο ο χρόνος κυλά και νέοι «παίκτες» διεκδικούν μερίδιο στην απάντηση, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σκοτεινά, αβέβαια και επικίνδυνα.
Είναι κάπως μπερδευτικό στην αρχή στο The Rip, μετά σε κάνει να νιώθεις πως τρέχει φουλ, αλλά κάπου πατάει φρένο και ποτέ πραγματικά δεν σε πάει ξανά «τσίτα γκάζια». Είχε δηλαδή potential για πολύ περισσότερα. Έχει, επίσης, και κάμποσες υπερβολές που ΟΚ, τις περιμένεις ίσως, αλλά δεν παύει να μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Ίσως αν έβγαινε στα σινεμά, ίσως αν τολμούσε περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια ωραία ταινία για να περάσεις ευχάριστα το βράδυ σου. Αλλά δεν είναι μια ταινία που θα συζητάς την επόμενη μέρα με τους φίλους σου…
The Rip (Netflix) – Δες το τρέιλερ:
.
