Πώς και γιατί, αλήθεια, πέρασε τόσο κάτω από το ραντάρ; Μα, μιλάμε για ταινία του Κίλιαν Μέρφι. Του αγαπημένου παιδιού του Κρίστοφερ Νόλαν. Του βραβευμένου με Όσκαρ α’ ανδρικού για το Oppenheimer που ήταν ούτως ή άλλως φουλ δημοφιλής λόγω Peaky Blinders. Κι όμως, για το Steve, στο Netflix, έγινε ελάχιστη κουβέντα (από) τον Οκτώβριο όταν και ανέβηκε στην πλατφόρμα…
Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε το γιατί, καταλήγουμε σε έναν κυρίως λόγο: Δεν είναι εύκολη ταινία. Σε κάνει σε αρκετά της σημεία να νιώθεις άβολα, αμήχανα. Βασικά δεν είναι «ταινία Netflix» για να το θέσουμε κάπως ωμά μα παραστατικά. Πιάνει δύσκολα θέματα και σου ζητάει να την παρακολουθήσεις δίχως η προσοχή σου να αποσπάται από σκρολάρισμα στο κινητό ή κάτι τέτοιο…
Όταν είχαν ρωτήσει παλαιότερα τον Κίλιαν Μέρφι τι κάνει μια ταινία καλή, είχε δώσει την εξής, πολύ ωραία και εύστοχη ατάκα: «Οι καλύτερες ταινίες ρωτάνε, δεν απαντάνε». Με άλλα λόγια, ο Ιρλανδός ηθοποιός επιζητά να συμμετέχει σε δουλειές που απαιτούν «σκεπτόμενο κοινό» και το Steve είναι ξεκάθαρα τέτοια.
Με τον Τιμ Μίλαντς, τον Βέλγο σκηνοθέτη με τον οποίο έχουν συνταιριάξει τα χνώτα τους – συνεργάστηκαν και σε ορισμένα επεισόδια του Peaky Blinders, αλλά και στο θαυμάσιο Μικρά Πράγματα Σαν Και Αυτά – ο Μέρφι φαίνεται πως βρίσκει χώρο να εκφραστεί όπως ο ίδιος προτιμάει καλλιτεχνικά. Χόρτασε από βραβεία, τώρα θέλει να χορτάσει και τη «ψυχούλα» του.

Τι σε περιμένει σαν πατήσεις το play στο Netflix για το Steve
Υποδύεται τον διευθυντή ενός κακόφημου σχολείου της Ιρλανδίας. Εκεί «στέλνουν» τα πιο δύσκολα, προβληματικά και ατίθασα παιδιά, αυτά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα ούτε ελπίδα για τον μέλλον. Τον βρίσκουμε αρχικά να μιλάει στην κάμερα για τις ανάγκες ενός τηλεοπτικού ρεπορτάζ. Στην πορεία μαθαίνει πως το κράτος έχει αποφασίσει να κλείσει το σχολείο. Αφήνοντας τα παιδιά εντελώς στην τύχη τους…
Οι μαθητές, δίχως να έχουν ιδέα για το τι ξημερώνει, βλέπουν την παρουσία των δημοσιογράφων ως μια ευκαιρία να βγάλουν προς τα έξω όλη τους την «παλέτα»: Ξύλο, βρισιές, σεξουαλικά αστεία και πάει λέγοντας. Οι καθηγητές τους αντιμετωπίζουν με στωικότητα. Επειδή ξέρουν, επειδή έχουν δει τόσα, επειδή έχουν μάθει πώς η φοβέρα δεν δουλεύει, μόνο και ίσως η διπλωματία. Κάπου ανάμεσα, «σκάει» μύτη και ένας τοπικός βουλευτής, ευκαιρία για «λεζάντα» στα μάτια του…
Με το που τελειώνεις το Steve κι σαν μάθεις πως πρόκειται για βιβλίο (του Μαξ Πόρτερ), είναι πολύ πιθανό να θελήσεις να ψάξεις να βρεις τρόπο να το διαβάσεις. Πρώτα από όλα γιατί έχει άλλο τίτλο. Λέγεται Shy. Επειδή το δικό του focus, σε αντίθεση με της ταινίας, πέφτει πάνω σε έναν μαθητή του σχολείου, όχι στον διευθυντή του. Τι διαφορετικό, αλήθεια, υπάρχει μεταξύ των δύο αφηγήσεων;
Ίσως τελικά να μην έχει τόσο σημασία. Να είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πεις το ίδιο πράγμα. Ο Steve, ενώ ετοιμάζει να βιώσει το πιο αγχωτικό 24ώρο της ζωής του, όταν τον ρωτάνε να περιγράψει με 3 λέξεις τον εαυτό του, απαντάει «πολύ, πολύ, κουρασμένος». Βιώνει φοβερές εναλλαγές ανάμεσα στην απόγνωση και στην ευγενική διάθεση προσφοράς στο σύνολο, βασανισμένος από τους προσωπικούς του δαίμονες και τις δικές του υπαρξιακής φύσης αγωνίες.
Ο Shy πάλι, χρησιμοποιεί τις εξής λέξεις: «Θλιμμένος, θυμωμένος και βαριεστημένος». Λίγο μετά, δέχεται ένα τηλεφώνημα που τον ενημερώνει πως η μητέρα του, δεν θέλει πια να έχουν ίχνος επικοινωνίας. Κι όλα αυτά ενώ δεν πάει πουθενά χωρίς τα walkman του και ονειρεύεται να φτιάξει τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί. Γενικώς υπάρχουν φοβερές ερμηνείες στην ταινία, οι δεύτεροι ρόλοι μόνο «δεύτεροι» δεν είναι.

Αποτυπώνεται στην ολότητά της την ένταση και το χάος του σχολείου, των σχέσεων μεταξύ των μαθητών, των καθηγητών. Τα πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα ενισχύουν το συναίσθημα. Κάπως πάντως σαν η ταινία να έχει δύο μέρη. Και το δεύτερο, πειραματικό και πιο ιδιαίτερο, αδυνατίζει το (πολύ καλό) πρώτο, χάνει τη φυσικότητά του και γίνεται υπέρ το δέον επεξηγηματικό – αυτό δηλαδή που δεν αρέσει στον Μέρφι να βλέπει στις ταινίες του. Γίνεται επίσης ακόμα πιο σκληρό, αλλά σαν να το κάνει για να προκαλέσει, όχι επειδή έτσι θα ταίριαζε απαραίτητα.
Σε τελική ανάλυση είναι ένα ταξίδι πολλαπλών διαστάσεων. Και στο χρόνο, αφού η ιστορία διαδραματίζεται στο 1996 και αυτή η αισθητική, των 90’s, αποτυπώνεται πραγματικά πολύ καλά, εικόνα, μουσική και ήχος.
Το Steve, στο Netflix, είναι μια ταινία για αυτούς που η κοινωνία προτιμάει να κρύβει, να μην τους βλέπει και να καμώνεται πως να μην υπάρχουν. Είναι μια πολύ δυνατή επιλογή αν αναζητάς να δεις κάτι που θα σε κάνει να μην περάσεις στο όποιο επόμενο μετά τους τίτλους τέλους, αλλά να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς πραγματικά τι ήταν αυτό που είδες και τι ήθελε να σου πει.
Είναι στη λογική ορισμένων «σχολικών» ταινιών (Ανάμεσα στους Τοίχους, Γραφείο Καθηγητών) που συζητήθηκαν πολύ τα προηγούμενα χρόνια, ενώ θα σου φέρει ενδεχομένως στο νου και το Adolescence, πόσο μάλλον καθώς βρίσκεται σε Netflix περιβάλλον…
