Θριάμβευσε στα Όσκαρ 2026, αλλά θα μπορούσε άραγε ποτέ να ‘ναι τόσο… απλό; Μάλλον όχι. Το One Battle After Another, θαρρείς εξ ορισμού, το έχει η μοίρα του να μπλέκει στη μία… μάχη μετά την άλλη. Μια καινούρια πολεμική λοιπόν έχει ανακύψει. Για το αν άξιζε ή όχι να πάρει το Χρυσό Αγαλματίδιο για την καλύτερη της χρονιάς.
Να πούμε πρώτα μια γενικότερη αλήθεια: Το αν μια ταινία είναι καλή ή όχι πατάει προφανώς σε αντικειμενικά κριτήρια, σκηνοθεσίας, ερμηνείας, σεναρίου, φωτογραφίας και πάει λέγοντας. Σε τελική ανάλυση ωστόσο, το πώς μιλάει στο «μέσα» του καθενός από εμάς, είναι μια προσωπική ιστορία. Που έχει κατά βάση να κάνει και με τις προσλαμβάνουσες, τα συναισθήματα, τα «θέλω» και τις γνώσεις.

Γνώμη μας; Έχουμε να κάνουμε με έναν πανάξιο νικητή, από τους πιο «ωραίους» των τελευταίων ετών. Στην κατηγορία «Όσκαρ καλύτερης ταινίας» είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε πολύ συγκεκριμένες ταινίες, μελοδράματα, βιογραφικές, πολιτικές, κοινωνικές. Όμως φέτος η Ακαδημία τόλμησε και το πήγε ένα βήμα παραπέρα επιλέγοντας μια πρωτοποριακή δουλειά. Κι αυτό από μόνο του είναι είδηση, τόσο συντηρητική που είναι. Γιατί ούτε το Sinners, το έτερο πριν την τελετή των μεγάλων φαβορί, πατάει σε συνηθισμένες συνταγές. Ένα horror με βρικόλακες και στοιχεία μιούζικαλ που καταλήγει σε έναν παρανοϊκό απολαυστικό χορό εικόνων και συναισθημάτων επί της οθόνης; Το λες άνετα «προχώ» και θα ήταν επίσης ένας άξιος νικητής, στα μάτια μας, αν κέρδιζε.
Δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε από το σινεμά να παραμένει στάσιμο ή να κινείται με βάση τις δικές μας νόρμες επειδή έτσι το έχουμε συνηθίσει ή έτσι μας βολεύει. Το One Battle After Another σπάει στεγανά, τολμάει να αφηγηθεί πολύ σοβαρά πράγματα «αγκαλιάζοντας» ακόμη και το γκοτέτσκο. Το ότι το καταφέρνει κρατώντας θαυμαστή ισορροπία σε όλα τα επίπεδα, έρχεται να καταδείξει εμφατικά πως ο Πολ Τόμας Άντερσον είναι ένας από τους πιο χαρισματικούς δημιουργούς των καιρών μας.
Εδώ μας παρέδωσε κάτι που θα μείνει για καιρό στις μνήμες. Πιασάρικη υπόθεση με μηνύματα, διαχρονικά όσο και επίκαιρα. Εξαιρετικές ερμηνείες, από τον Σον Πεν (που πήρε άλλωστε και το β’ ανδρικού), τον κλασικά καταπληκτικό Λίο ΝτιΚάπριο, τον απολαυστικό Μπενίσιο Ντελ Τόρο και την υπέροχη Τσέις Ινφίνιτι. Κοφτερό σενάριο, πολύ αστείο επίσης. Φοβερά πλάνα, όπως το κυνήγι του «επαναστάτη» Μπομπ (ΝτιΚάπριο) στους δρόμους και στις ταράτσες εν μέσω διαδήλωσης στην πόλη και κυρίως η αυτοκινητιστική καταδίωξη επί της ασφάλτου σε εναλλαγή ανηφόρας – κατηφόρας, να ξέρεις αυτό σημαίνει σινεμά. Αδιατάραχτο τέμπο και φρεσκάδα. Όλα «τσεκ» με πολλά θαυμαστικά.
Και κάτι ακόμη, σημαντικό: Δεν είναι αριστερή ταινία, όπως την «κατηγορούν» ορισμένοι, αν αυτό βέβαια μπορεί να ιδωθεί ως κατηγορία. Όσο περνάει ψιλό γαζί τους ακροδεξιούς, άλλο τόσο δεν χαρίζεται στους (δήθεν) αντιστασιακούς, η σκηνή με τον (ακόμα μαστουρωμένο) Ντι Κάπριο που μιλάει με μέλος της οργάνωσης και δεν θυμάται τις λέξεις-κωδικούς ασφαλείας είναι ένα σεναριακό κομψοτέχνημα. Το best of της αποδόμησης και της σάτιρας που χαρακτηρίζει συνολικά το One Battle After Another.
Είναι από αυτές τις ταινίες που σε κάνουν να περνάς καλά, πολύ καλά, το One Battle After Another, με ξεχωριστό τρόπο. Κι αυτό είναι σπουδαίο πράγμα. Σε κάνει να γελάς και να οργίζεσαι την ίδια στιγμή. Κατ’ εικόνα αυτού που βιώνουμε στο real life με πολλά από όσα συμβαίνουν εκεί έξω. Δεν είναι μάλιστα πως είναι επίκαιρη και μετά από λίγο θα ‘ναι παρωχημένη ή κάτι τέτοιο. Όχι. Γιατί οι κύριες θεματικές της υπερβαίνουν το «σήμερα». Το καλό και το κακό, η βία της εξουσίας, ο ρατσισμός, ο δεσποτισμός, η βούληση για καταπολέμηση των αδικιών, η ψευδαίσθηση της επιλογής. Και στο βάθος, πάνω από όλα, ένα love story, η δύναμη του να παραμένουμε άνθρωποι και ότι υπάρχει πάντα κάτι για το οποίο αξίζει να παλεύεις.

Δεν είναι απλώς ταινία. Είναι ένα κάλεσμα. Όχι όμως να… πάρουμε τα όπλα και «εμπρός αδέλφια να τους φάμε πριν μας φάνε». Αλλά για να επιλέξουμε προσεκτικά τις μάχες που δίνουμε. Να κατανοήσουμε τι είναι πραγματικά σημαντικό και τι όχι. Σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς ακόμα και χωρίς να το συνειδητοποιείς πλήρως.
Όλα αυτά βέβαια είναι απλά η άποψη του γράφοντος. Μπορείς να συμφωνήσεις, μπορείς να διαφωνήσεις, αλλά αυτό είναι το ωραίο. Να συζητάμε, να κινούνται τα πράγματα. Το αντίθετο θα ‘ταν τόσο μα τόσο βαρετό. Κι άλλωστε, μην χάνουμε την ουσία: Τα Όσκαρ είναι απλά και μόνο μια αφορμή για να περάσουμε καλά, μια ωραία «εμποροπανήγυρις» για το σινεμά, που τόσο αγαπάμε. Δεν χρειάζεται να μολύνεται με τοξικότητα και οπαδισμό.
