Βγήκαν καλά πράγματα φέτος στην ελληνική TV. Δουλειές όπως το Ριφιφί και το Παιδί ξεχώρισαν, αγαπήθηκαν. Δεν είναι πολύ μακριά τους, συγκριτικά, το Γιατί Ρε Πατέρα του ΑΝΤ1. Κι ας μην συζητήθηκε το ίδιο πολύ. Δεδομένα πάντως ανήκει στις τοπ σειρές της σεζόν και πλέον, μέσω Netflix, αποκτάει μια τρόπον τινά δεύτερη ζωή. Την ευκαιρία να φτάσει σε ένα κοινό που έχει μάθει να καταναλώνει διαφορετικά τα τηλεοπτικά προϊόντα, με τους δικούς του όρους και μακριά από το παραδοσιακό «ώρα και μέρα προβολής».
Ναι, κάποτε αναρωτιόμασταν αν και πότε θα δούμε κάτι ελληνικό στην μεγαλύτερη παγκοσμίως πλατφόρμα streaming και τώρα έχει γίνει κάτι σαν νόρμα. Εννοείται, βέβαια, στον κατάλογο αυτόν δεν μπαίνει… ό,τι να ‘ναι. Αυτό είναι και το πρώτο πειστήριο ποιότητας και συγκεκριμένων στάνταρ παραγωγής που αμέσως αμέσως προκύπτουν ως μίνιμουμ εγγύησης περί του τι θα δεις.

Τι μέρους του λόγου είναι το Γιατί Ρε Πατέρα; Μαύρη κωμωδία, απαντάμε αμέσως αμέσως, για να σου δώσουμε το στίγμα. Η οποία μιξάρει πολύ πετυχημένα χιούμορ, ατάκες, μυστήριο και ανατροπές. Με χαρακτήρες που σου μένουν, με σκηνικά που σε ωθούν να το πας φάση «το ένα επεισόδιο μετά το άλλο».
Κι όλα ξεκινούν με μια αυτοκτονία, μία κηδεία. Του Λευτέρη Τσατσάνη (Ηλίας Βαλάσης). Που δεν θα τον αποκαλούσες δα και τον καλύτερο άνθρωπο του κόσμου. Βίος και πολιτεία, μαζί και… μπερμπάντης ο μακαρίτης. Όπως μαρτυρά και το ότι έχει αφήσει πίσω του 3 παιδιά, ετεροθαλή αδέλφια. Τα οποία μάλιστα γνωρίζονται πρώτη φορά τη μέρα που λαμβάνει χώρα το «τελευταίο αντίο».

Δεν θα μπορούσαν να μοιάζουν λιγότερο μεταξύ τους. Ο Νίκος (Κωνσταντίνος Λιάρος) είναι ένας γοητευτικός άντρας, έμπορος αυτοκινήτων στο επάγγελμα και γεμάτος αλαζονεία – τουπέ. Ο Φώντας (Μιχάλης Μιχαλακίδης) είναι το ακριβώς αντίθετο: Ευαίσθητος, φοβιτσιάρης, ευγενικός και «μαμάκιας», ενώ εργάζεται ως φιλόλογος. Και υπάρχει και η Βιβή (Θεανώ Κλάδη). Φουλ στον τσαμπούκα και τον «παρτακισμό», εργάζεται ως barwoman.
Το λογικό θα ‘ταν να «σπάγανε» και να μην βρισκόντουσαν ξανά ποτέ, μα ο (γιατί ρε) πατέρας τους, άφησε πίσω του 3 εκατ. ευρώ – πού όμως; Καταπώς καλά φαντάστηκες, με τόσα λεφτά τα… αίματα ανάβουν. Ειδικά καθώς εμπλέκονται κι άλλοι. Ο Μιχαήλος (Μιχάλης Λεβεντογιάννης), αρχικά. Το δεξί χέρι του Τσατσάνη, ένας τύπος που εκ πρώτης όψεως τον βλέπεις και αλλάζεις πεζοδρόμιο, έχει αυτό το… μάτι του γκάνγκστερ.

Η Αντιγόνη (Κωνσταντίνα Μιχαήλ) η θεία του Νίκου, που τον μεγάλωσε όμως σαν μητέρα του μετά το θάνατο της αδελφής της. Πρώην Μις Ελλάς, αλίμονο σε όποιον πιστεύει πως μπορεί να την ξεγελάσει. Στον αντίποδα, η Χρυσώ (Φωτεινή Παπαχριστοπούλου), η δεύτερη γυναίκα του Τσατσάνη και μητέρα του Φώντα. Είναι υπερπροστατευτική και κολλημένη με το γιο της. Last but not least, έρχονται η Μάγδα (Νίκη Λάμη), η τελευταία ερωμένη του εκλιπόντος που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της και έχει ως… παράταιρο ταίρι τον Δάκη (Θάνος Μπίρκος) που πάει τη λέξη «πονηριά» σε άλλο level.
Ναι, είναι ένα ωραίο, ετερόκλητο, παρεάκι τούτο. Σου κάνει καλή συντροφιά ως θεατής, θες να μάθεις πού θα καταλήξει αυτό το ωραίο χάος, αυτή η ιδιόρρυθμη ιστορία. Εάν μας ρωτάς, θα τα θέλαμε μικρότερα σε διάρκεια τα επεισόδια, θα βοηθούσε – λέμε εμείς – στην καλύτερη συνοχή και στο τέμπο. Είναι ένα γενικότερο πρόβλημα στις ελληνικές σειρές ότι το τραβάνε λίγο παραπάνω από όσο θα έπρεπε σε αριθμό επεισοδίων, διάρκεια.

Ουσία είναι πως το Γιατί Ρε Πατέρα προστέθηκε στις επιλογές του Netflix και φιλοδοξεί να κάνει ακόμα μεγαλύτερο «μπαμ». Κάτι ωραίο συνέβη εδώ, μια κωμωδία που σε κάνει να γελάς και αυτό μόνο απλό πράγμα δεν είναι στις μέρες μας. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά περισσότερα. Αυτή η σειρά είναι απ’ αυτές που όσο λιγότερα ξέρεις πριν της αφιερωθείς, τόσο το καλύτερο. Όπως πιασάρικα το είχε θέσει η Θεανώ Κλάδη σε συνέντευξή της στην Καθημερινή είναι η τέλεια λύση για κάποιον που «θέλει να δει κάτι που να παραπέμπει σε στιλ Ταραντίνο και Γκάι Ρίτσι και να γελάσει χωρίς να χρειάζεται να κοιτά υπότιτλους».
