Ποιο και πού είναι το μέτρο άραγε; Αν το συγκρίνουμε με τις παλιές (καλές) κωμικές σειρές του παρελθόντος, υπολείπεται. Μα είναι δίκαιο, αλήθεια, τέτοιο βάρος, τόσο νωρίς; Δύο επεισόδια έχουμε ως δείγμα, όλα κι όλα. Αν το πάμε, ωστόσο, με τα περσινά best of του είδους, από Το Παιδί ως Τα Φαντάσματα, τότε ναι, το λέμε με αρκετή δόση σιγουριάς: Το Κάμπινγκ, του MEGA, ήρθε για να αφήσει το στίγμα του τηλεοπτικά και σίγουρα θα μας απασχολήσει, πολύ και μάλλον θετικά, τη φετινή σεζόν. Κι ύστερα, είναι τόσο βαρετή η παρελθοντολαγνεία. Κοιτάμε μπροστά, με τόλμη και απαιτήσεις συνεπώς. Ανοιχτό πνεύμα και σκέψη…
Να το ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής: Μην περιμένεις κάτι που θα σε κάνει να «λιώσεις». Εδώ που τα λέμε, αναρωτιόμαστε αν μπορεί να βγει ακόμα κάτι τέτοιο στην ελληνική μυθοπλασία, αν το σηκώνει η εποχή και η κατεύθυνση που έχει πάρει πια το παραδοσιακό τηλεοπτικό προϊόν. Δεν είναι ζήτημα αρνητικότητας, απλά είναι πολλά τα χρόνια που μάταια αναζητούμε κάτι τέτοιο. Είμαστε λοιπόν ικανοποιημένοι όταν βγαίνει κάτι που αφήνει γερό feel good αποτύπωμα, κάτι που μας κάνει να περνάμε όμορφα όσο διαρκεί και βγάζει και το γέλιο του, όσο το δυνατόν περισσότερο. Καλή ώρα.

Η ιστορία κάνει focus στον Ιορδάνη (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος), έναν νομοταγή, καθόλα συνηθισμένο, άβουλο λογιστή. Το καταλαβαίνουμε από το πρώτο πλάνο κιόλας, από το πόσο «υπό» είναι στη συζήτηση με το αφεντικό του, Πάρη (Ιωάννης Παπαζήσης), ο οποίος του κάνει χοντροκομμένες πλάκες και δεν τον σέβεται ούτε κατ’ ελάχιστο. Του λέει να ‘ρθει να δούνε μπάλα το βράδυ, τον αποκαλεί «αδελφή» όταν εκείνος του λέει πως δεν του αρέσει το ποδόσφαιρο, ενώ το ίδιο «επιχείρημα» βρίσκει και για να τον κοροϊδέψει επειδή τον άφησε η γυναίκα του.
Μόνο που τα φαινόμενα περί του τι και πώς, απατούν. Στο αμέσως επόμενο πλάνο βλέπουμε τον Ιορδάνη να παίρνει ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο με (πάρα πολλά) ευρώ, από έναν τύπο που δεν βλέπουμε στη φάτσα. Πώς, ποιος, τι, γιατί; Έλα μου ντε! Ξάφνου έχουμε «θέμα δυνατό» και αυτό «αυγαταίνει» όταν εκείνος τρέχει στο σχολείο των παιδιών του, της Εύας (Εύα Σαμιώτη) και του Πέτρου (Στρατής Χατζησταματίου) και άρον άρον τους βάζει στο αμάξι και τους ανακοινώνει πως φεύγουν αμέσως για… υποχρεωτικές διακοπές!

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον «Άλλο Κόσμο». Το ευφάνταστο όνομα ενός κάμπινγκ. Το οποίο διοικεί ένας φοβερός τύπος, ο Σοφοκλής (Γιώργος Χρυσοστόμου – το best of της σειράς, αν μας ρωτάς). Εξ ου και το «Καμπινγκράτορας» που αυτοαποκαλείται. Αναλαμβάνει να κάνει ένα πρώτο τουρ στους νιόφερτους, να τους δώσει μια ιδέα περί του τι τους περιμένει. Γνωρίζουμε λοιπόν τους υπόλοιπους ένοικους.
Τον «ελαφρύ», όπως τον αποκαλεί ο Σοφοκλής, Λουκά (Αλέξανδρος Τωμαδάκης), ένα «έξω καρδιά» παιδί στο φάσμα του αυτισμού που ζει με την υπερπροστατετική μητέρα του, Γιώτα (Βίκυ Σταυροπούλου). Ένα ζευγάρι συνταξιούχων τραπεζικών υπαλλήλων, τον Τάσο και την Στέλλα (Γιάννης Νταλιάνης – Μπέσσυ Μάλφα) που πλέον «τρέχουν» την ταβέρνα του κάμπινγκ και δεν σταματούν να τσακώνονται μεταξύ τους αφού τίποτα δεν (τους) πάει καλά. Την κουτσομπόλα Νίτσα (Νάντια Κοντογέωργη), ιδιοκτήτρια του μίνι μάρκετ του κάμπινγκ, η οποία είναι παντρεμένη με τον… αρχιτεμπέλαρο (ή μήπως υπερβολικά ζεν;) Ελληνοαυστραλό Κοσμά. Κι έπειτα, είναι η Μαριάννα (Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη) μια όμορφη κοπέλα που έχει μπλέξει με κύκλωμα συνοδών πολυτελείας. Στην πορεία, γνωρίζουμε και τη Βιβή (Αρετή Πασχάλη), τη σύζυγο του Ιορδάνη, αλλά και στην αστυνόμο Ιωάννα (Αναστασία Στυλιανίδη) που θα προσπαθήσει να βγάλει άκρη για το τι επιτέλους γίνεται στον… τρελό κόσμο του Άλλου Κόσμου.

Αυτό το εντελώς ετερόκλητο παρεάκι ενώνεται από διάφορα μυστικά και παρεξηγήσεις και φιλοδοξεί να γίνει η παρέα πολλών ανθρώπων γι’ αυτόν τον τηλεοπτικό χειμώνα. Σε διασκευή σεναρίου Έλενας Σολωμού και Κωστή Παπαδόπουλου (το original υλικό είναι από κυπριακή σειρά) και σκηνοθεσία Σέργιου Κωνσταντινίδη, το Κάμπινγκ έρχεται με φόρα και νο1 «όπλο» ένα πολύ γερό καστ.
Να το πούμε αυτό, μας άφησε κάτι από Το Παιδί ως αρχική αίσθηση. Για καλό το λέμε. Όπως και πως είναι ωραία η αισθητική των εξωτερικών γυρισμάτων, σε γυρνάει σε εποχές αφθονίας, α λα Είσαι το Ταίρι μου, όταν τα έξοδα ήταν απλώς ένας τρόπος για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα στην ελληνική τηλεόραση. ΟΚ, υπάρχουν σεναριακές ευκολίες, πράγματα που κάπως «τσινάνε». Μα τίποτα το πολύ «κραυγαλέο». Η ανατροπή στο φινάλε του 1ου επεισοδίου, με τον Πάρη να πηγαίνει στο κάμπινγκ για να συναντήσει τη Μαριάννα και να πέφτει κατά τύχη πάνω στον Ιορδάνη, δίνει τον τόνο της συνέχειας. Όπως και η παρουσία του Σοφοκλή στα «καυτά» γεγονότα. Στήσαμε λοιπόν… σκηνή και αναμένουμε πια τη συνέχεια!

