Ένας από τους λόγους που ο Μπάτμαν είναι η πιο δημοφιλής φιγούρα της υπερηρωικής κουλτούρας (και εδώ που τα λέμε, μάλλον ο βασικότερος) δεν είναι ο ίδιος ο Σκοτεινός Ιππότης αλλά οι αντίπαλοί του. Η σκοτεινή στροφή άλλωστε του χαρακτήρα που έγινε στα κόμικς στα μέσα της δεκαετίας του ’80 για να ακολουθήσει διευρημένα στο σινεμά μέσα από τις δυο ταινίες του Τιμ Μπάρτον και την θρυλική animated σειρά των 90s χαρακτηρίστηκε από ένα μπόλιασμα χαρακτήρων στο σύμπαν της Γκόθαμ Σίτι που δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως επί της ουσίας είναι αυτό που τροφοδοτεί με ενδιαφέρον την παρουσία του Μπάτμαν και όχι το αντίστροφο όπως θα περίμενε κανείς.
Το παράδοξο με αυτούς τους κακούς είναι πως στην πραγματικότητα, η ίδια η μυθολογία τους δεν τους αντιμετωπίζει ακριβώς ως… κακούς. Αν εξαιρεθεί ο Τζόκερ που αποτελεί την επιτομή της δύναμης του σκότους, οι περισσότεροι εξ’ αυτών είναι περισσότερο γεννήματα του περιβάλλοντός τους, άνθρωποι που η σκοτεινή «ψυχή» της Γκόθαμ Σίτι τους «ρούφηξε» και οι συγκυρίες τους έφεραν στην λάθος πλευρά του νόμου. Υπό μια έννοια, είναι μόνο αυτό -ο νόμος- που τους διαχωρίζει από τον μεγάλο αντίπαλό τους -τον Μπάτμαν- και ως εκ τούτου είναι εύλογο να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Μπάτμαν είναι μάλλον ένας «προδότης» του κοινού τους «είδους».
Να γιατί το «Clayface», το body horror που παίζεται αυτές τις μέρες στο σινεμά και τοποθετείται στο ευρύτερο σύμπαν του Μπάτμαν (μαζί με το «The Batman» του Ματ Ριβς και το σειρά του HBO, «Penguin»), καταφέρνει να αποτελέσει μια βαθιά ανάσα σε μια ιστορία που κακοφορμίζει όσο περνάνε τα χρόνια και που έχει να κάνει με την μεταφορά της υπερηρωικής μυθολογίας στο σινεμά: «πιάνει» στο έπακρο το πνεύμα του χαρακτήρα του και τον εισάγει τηρώντας την χρυσή ισορροπία ανάμεσα στην παρουσίαση μιας βασανισμένης ψυχοσύνθεσης και μιας villain αντιμετώπισης των πραγμάτων – πιστό στην παράδοση της Γκόθαμ σε κάνει να ταυτίζεσαι με τον φαινομενικά «κακό» της ιστορίας.
Το στόρι πάει κάπως έτσι: Ο Ματ Χέιγκεν είναι ένας φιλόδοξος ηθοποιός που βρίσκεται κοντά στην πραγματοποίηση των ονείρων του. Η καριέρα του πήγαινει από το καλό στο καλύτερο, τα Όσκαρ του χτυπάνε την πόρτα, οι γυναίκες τον γουστάρουν μαζικά, μέχρι που ξαφνικά μια λάθος απόφαση, μια λάθος στιγμή, ένας λάθος άνθρωπος που θα βρεθεί μπροστά του και το τέλειο πρόσωπό του παραμορφώνεται. Τα πάντα γυρίζουν ανάποδα, η βιομηχανία του θεάματος τον ξερνάει με την ίδια ευκολία που τον αγάπησε και η ζωή του καταστρέφεται.
Απεγνωσμένος να κατακτήσει πάλι όσα είχε πριν την παραμόρφωση, θα ζητήσει βοήθεια από μια αμφιλεγόμενη επιστήμονα που πειραματίζεται με… αμφιλεγόμενες θεραπείες. Αρχικά τα πράγματα πάνε καλά αλλά σύντομα το πράγμα ξεφεύγει: από εκεί που ο πρωταγωνιστής μας σιχαινόταν την όψη του καταλήγει να… μην έχει καν μια συγκεκριμένη όψη. Τα πρόσωπά του αλλάζουν, οι μορφές του γίνονται πάνω από μια, ο ίδιος δεν ξέρει καν ποιος είναι ή τι είναι και μόνο η εκδίκηση τον καθορίζει πλέον. Μόνο; Όχι. Είναι και η δίψα του να αγαπήσει και να αγαπηθεί, προνόμιο που μάλλον έχει χάσει δια παντός…
Βασισμένο σε έναν «δευτεροκλασάτο» κακό από το σύμπαν του Μπάτμαν αλλά και υπεραγαπημένο χαρακτήρα για όσους έχουν εντρυφήσει λίγο παραπάνω από το κανονικό σε αυτό, σε έναν χαρακτήρα τόσο σπαρακτικό και ταυτόχρονα τόσο τρομακτικό, το «Clayface» είναι ένας low budget ύμνος στο body horror και το ενήλικο πνεύμα της DC. Κυρίως είναι μια ταινία που δεν έχει ανάγκη να προσποιηθεί πως αποτελεί τμήμα κάποιου «σκεπτόμενου» τρόμου για να αναδείξει το βάθος του περιεχομένου της και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που την απολαμβάνεις όσο ελάχιστες τα τελευταία χρόνια στο σινεμά. Μια πραγματική απόλαυση με την προϋπόθεση πως… το στομάχι σου αντέχει… Βλέπεται κατά προτίμηση βραδυνές ώρες. Σπεύσε όσο προλαβαίνεις…
