Μπεν Άφλεκ, σοβαρά τώρα... ;

Μα πού πήγε ο σκηνοθέτης του «Argo»;

Το είχε κερδίσει με το σπαθί του ο Μπεν Άφλεκ να τον θεωρούμε έναν από τους καλύτερους σκηνοθέτες των καιρών μας. Οι πρώτες του δουλειές και ειδικότερα τα «Gone baby, gone» και «Τhe Town» αλλά και το οσκαρικό «Argo» έδειχναν έναν δημιουργό που «το έχει» με το καλό, ολντσκουλ, αμερικάνικο θρίλερ. Και ήταν τόσο μεγάλες οι προσδοκίες που δημιούργησαν προς το πρόσωπό του αυτές οι τρεις ταινίες που ακόμα και αν στο ενδιάμεσο φάνηκε να περνάει μια «κάμψη» στην έμπνευσή του, κάθε καινούρια του δουλειά την περιμένουμε με ενδιαφέρον.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Αυτός ήταν και ο λόγος που το «Animals», η νέα δημιουργία του Άφλεκ για το Netflix, ήταν ένα πολυαναμενόμενο πολιτικό θρίλερ. Και η αλήθεια είναι ότι ξεκινάει με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ωστόσο πολύ γρήγορα, μοιάζει να έχει χάσει τον προσανατολισμό του.

Στην ταινία, ο Άφλεκ υποδύεται τον Μαρκ Κίμπαλ, έναν ανερχόμενο πολιτικό του Λος Άντζελες, ο οποίος βρίσκεται ένα βήμα πριν από τη εκλογή στη δημαρχία της πόλης και που έχει βλέψεις ακόμα και για τον Λευκό Οίκο. Η ζωή του ανατρέπεται όταν μαθαίνει πως το παιδί του έχει πέσει θύμα απαγωγής. Η οικογενειακή αγωνία μετατρέπεται γρήγορα σε έναν εφιάλτη διαπραγματεύσεων, εκβιασμών και πολιτικών υπολογισμών. Υπάρχει, όμως, μια λεπτομέρεια που αλλάζει τα πάντα: το παιδί που έχει απαχθεί δεν είναι ο γιος του. Οι «κακοί» απήγαγαν κατά λάθος τον μικρό γιο της οικιακής βοηθού του σπιτιού, μιας μετανάστριας δηλαδή που εργάζεται στο σπίτι του προοδευτικού, επίδοξου δημάρχου του Λος Άντζελες.

Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον υλικό της ταινίας. Ένας πολιτικός που έχει χτίσει την εικόνα του πάνω στη συμπερίληψη, την κοινωνική ευαισθησία και την αλληλεγγύη βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δοκιμάζει στην πράξη όλα όσα διακηρύσσει. Όταν η προσωπική του ασφάλεια, η οικογένειά του και η πολιτική του καριέρα μπαίνουν στην ίδια εξίσωση, πόσο εύκολα μπορεί να παραμείνει ο άνθρωπος που παρουσιάζει προς τα έξω;

Αυτό είναι το ερώτημα που θα μπορούσε να μετατρέψει το «Animals» σε ένα πραγματικά δυνατό θρίλερ. Μόνο που η ταινία μοιάζει να φοβάται την απάντηση. Αγγίζει ζητήματα όπως η μεταναστευτική πολιτική, η ταξική ανισότητα και η υποκρισία της πολιτικής ελίτ, αλλά δεν έχει το θάρρος να τα σκαλίσει πραγματικά. Έχει ιδέες και αυτό κάνει μπαμ αλλά δεν τις φωνάζει, απλά τις υποννοεί. Ανοίγει ηθικά μέτωπα και ύστερα κάνει πίσω, λες και φοβάται μήπως δυσαρεστήσει κάποιον.

Το «Animals» καταλήγει έτσι σε κάτι εντελώς πιο χλιαρό και ρηχό από αυτό που είχε υποσχεθεί πως θα είναι και περισσόυερο θυμίζει εκείνες τις παραγωγές του Netflix που μοιάζουν σχεδιασμένες για να τις παρακολουθείς ενώ παράλληλα χαζεύεις στο κινητό σου. Από ένα σημείο και μετά, η ταινία δεν απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, δεν σε προκαλεί να σκεφτείς και, κυρίως, δεν σου δημιουργεί την ανάγκη να επιστρέψεις σε αυτό.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κρίμα. Διότι ο Άφλεκ είχε στα χέρια του μια πρωτογενή ιστορία για την ανθρώπινη φύση, την κοινωνική υποκρισία και τα όρια της ηθικής όταν αρχίζει να διακυβεύεται το προσωπικό συμφέρον. Είχε όλα τα συστατικά για ένα θρίλερ που θα μπορούσε στις σύγχρονες ΗΠΑ. Και αντί για αυτό παρέδωσε μια ταινία που κάνει πολύ θόρυβο για να πει τελικά ελάχιστα. Καλά-καλά δεν θα καταλαβαίναμε καν γιατί η ταινία ονομάζεται «Animals», αν δεν υπήρχε το αντίστοιχο exposition εντός ενός προσχηματικού διαλόγου. Κρίμα, πολύ κρίμα.