Η εποχή μας τρέχει με χίλια. Δεν προλαβαίνουμε καν να βρούμε χρόνο να κάτσουμε να σκεφτούμε. Κι όμως, το οφείλουμε στον εαυτό μας, πρέπει να πατάμε το συχνότερο δυνατό το pause. Να αναζητούμε εκείνες τις στιγμές που δίπλα σε ένα τραπέζι στρωμένο με (πολύ και) καλό φαγητό, επικοινωνούμε πραγματικά με τους γύρω μας, με τους ανθρώπους που νοιαζόμαστε.
Βοηθάει τα μέγιστα το να βρεθείς σε ένα μέρος που σου ξυπνάει αυτό το συναίσθημα οικειότητας. Κι εδώ μπαίνει, δυνατά, στο πλάνο η Ραμόνα. Όχι αυτή που… κάνει ο Αλέξανδρος Τσουβέλας! Αλλά το ομώνυμο μαγαζί στην Καλλιθέα και συγκεκριμένα στην οδό Μίνωος 11-13.

Μια υπόγεια ταβέρνα θρυλική για τους Αθηναίους. Ο ορισμός του «σαν άλλοτε», με μια αύρα από παλιό, αγαπημένο ελληνικό κινηματογράφο. Με έναν τρόπο όμως που γίνεται διαχρονικός. Περνάει από γενιά σε γενιά, τίποτα το «ξεπερασμένο» δεν κομίζει. Καθότι η νοστιμιά είναι αυτό που όλους μας ενώνει. Μεγάλους, μικρούς, πλούσιους, φτωχούς και πάει λέγοντας!
Εδώ θα φας απλά. Μαμαδίσια κουζίνα. Τα μαγειρευτά είναι το ένα καλύτερο από το άλλο. Σουτζουκάκια-όνειρο, λαχανοντολμάδες… απ’ αλλού. Μελωμένοι γίγαντες που θα θες να γλείψεις και το πιάτο.

Αλλά δεν θα έχεις παράπονο μήτε αν είσαι φίλος των ψητών και των ορεκτικών. Από κεφτεδάκια ως πατάτες τηγανητές, από σουβλάκια ως μπιφτέκια, από «αλοιφές» ως αυτό το φοβερό τυροπιτάρι που.… εξαφανίζεται πριν προλάβει να το αφήσει ο σερβιτόρος στο τραπέζι.
Τα πιάτα που θα βρεις σε αυτό το ταβερνάκι δεν είναι «ινστραγκραμικά» ούτε «γκουρμέ». Είναι, απλά όσο και σύνθετα, νόστιμα. Φτιαγμένα με γνώση, με μεράκι, με αγάπη. Αυτή είναι η συνταγή της επιτυχίας, που δεν χάνει ποτέ.

Οι μερίδες είναι μεγάλες, οι τιμές λογικότατες. Δηλαδή εκεί που πια ο μέσος όρος για φαγητό σε ένα μέσο ταβερνάκι έχει πάει περί τα 30-35 ευρώ το κεφάλι, εδώ υπολόγισε 10-15 ευρώ κάτω. Ναι, τόσο καλά, τόσο ωραία. Και ξαναλέμε, δίχως να υπάρχει καμία έκπτωση στα ποιοτικά στάνταρ. Το ακριβώς αντίθετο. Στο τέλος κερνάει και γλυκάκι…
Με φόντο στο βάθος τα μεγάλα ξύλινα βαρέλια, η Ραμόνα είναι ένα μαγαζί που ακούς ηχώ τα γέλια των ανθρώπων. Γιατί γελάς πρώτα από όλους εσύ ο ίδιος. Το προκαλεί αυτό το να απολαμβάνεις τη στιγμή. Να πατάς αυτό το pause που λέγαμε στην αρχή του κειμένου. Και να φορτίζεις μπαταρίες προκειμένου να μπορέσεις να «ορμήσεις» μετά, ανανεωμένος και με περισσή ενέργεια, ξανά προς την καθημερινότητα. Και καλά χορτασμένος, βεβαίως!
