Ο καλύτερος τρόπος να κόψεις το τσιγάρο

Όχι ότι αντιμετώπιζα κάποιο σοβαρό πρόβλημα, αλλά όταν οι γείτονες άρχισαν να μου φωνάζουν "σκάσε βραχνοκόκορα", το πήρα για υπονοούμενο πως μάλλον το πρωί ξυπνάνε από το δικό μου τσιγαρόβηχα και έβαλα μπρος σχέδιο για να το κόψω.

Και παλαιότερα κατά καιρούς είχανε υπάρξει προσπάθειες απαλλαγής από το τσιγάρο. Η συνήθης διαδικασία περιελάμβανε τα εξής στάδια: 1. Η απόφαση να το κόψω. 2. Πέταγμα του πακέτου στα σκουπίδια (συνοδευόμενο από κραυγή «ουστ στου διάολο, μου ‘χεις φάει τη ζωή» και υποσημείωση «δεν το λέω για σένα αγάπη μου, για το κωλοτσίγαρο το λέω»). 3. Ψάξιμο την επόμενη μέρα στον κάδο συνοδευόμενο από παρακάλια («πού είσαι μωρό μου, δεν αντέχω χωρίς εσένα» και υποσημείωση «δεν το λέω σε σένα κοπελιά, για το τσιγάρο το λέω»).

Αφού λοιπόν όλες εκειές οι απόπειρες για να κοπεί μαχαίρι με οδηγήσανε σε νέα όρια αυτογνωσίας του τύπου «άσε ρε Λάρι τις μαγκιές, αφού είσαι κότα λειράτη», αποφάσισα να βάλω μπρος τα μεγάλα μέσα. Ήτοι τις τσίχλες νικοτίνης. Ωραίο προϊόν. Διακριτικό. Συμβατό με τη νεολαία που κι εκείνη μασεί τσίχλες, αλλά με ορισμένες αντικειμενικές δυσκολίες που τελικά με οδηγήσανε στην απόφαση πως η συγκεκριμένη μέθοδος δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήτο πως ενώ έχεις την τσίχλα στη στοματική σου κοιλότητα δυσκολεύεσαι να ρουφήξεις ταυτόχρονα και δεν τραβάει καλά το τσιγάρο, οπότε αναγκάζεσαι να κόψεις το μάσημα προκειμένου να καπνίσεις με την ησυχία σου. Άσε που το να ανοίγεις ένα πακέτο μαστίχες και να αρχίζεις να μασουλάς σαν το γίδι, μετά τον οργασμό, μου φάνηκε κομμάτι ντεκαβλέ. Γιατί τότενες θες να φχαριστηθείς ένα καλό τσιγάρο όπως βλέπεις πως κάνουνε στα έργα.

Λίγα χρόνια αργότερα όταν μια γιατρέσσα στο Τορόντο κοιτώντας την ακτινογραφία θώρακος μου είπε «μίστερ Λάρι είσαι ένα βήμα πρι μπεις στο κλαμπ του καρκίνου» και δεν ξέρω γιατί, αλλά το πέρασα για κάποιας μορφής υπονοούμενο πως πρέπει να το κόψω. «Μίλα καθαρά γιατρέσσα μου, εγώ Αιγόκερως είμαι, τι δουλειά έχω με τσου καρκίνους;», τηνε ρώτησα και τελικά χρειαστήκανε δυο-τρία ραντεβού κι ισάριθμα «μανίκια» για να καταλάβω πως δεν εμίλιε για τα ζώδια, μα για την κακιά αρρώστια.

Τα πατσάκια νικοτίνης δυστυχώς δεν μου ταιριάξανε, κυρίως λόγω τρίχας. Όχι να το παινευτώ, αλλά η τεστοστερόνη μου είναι πιο μεγάλη κι από του Ζαγοράκη. Πράγμα το οποίο γενικότερα μου βγήκε σε καλό, αλλά όχι και σε ότι αφορά και το κόψιμο τσιγάρου. Αυτά τα διαόλια δένονταν -δυστυχώς όχι συναισθηματικά αλλά κυριολεκτικά με τις τρίχες μου, μ’ αποτέλεσμα κάθε απόπειρα απαλλαγής να γυρίζει σε χαλάουα λες και είμαι η Τέτα Καμπουρέλη…

Σήμερις δέχτηκα ένα δώρο. Ανοίγοντάς το πήγα να πάθω εμπλοκή γιατί το επέρασα κάτι σα δονητή γι’ αρχάριους έτσι όπως το είδα το μικρό μαρκούτσι. Τελικά αποδείχτηκε πως επρόκειτο για εκειό το τσιγάρο το ηλεκτρικό, το οποίο υποτίθεται είναι περίπου μεθαδόνη. Πάει να πει υποκατάστατο για μας τους φανατικούς καπνιστάς κι αποτελεί διέξοδο σε όσους ψάχνουν λύση. «Ξεχάστε το κάπνισμα, αρχίστε το άτμισμα» έγραφε απόξω… Μέχρι να συνδέσω τα εξαρτήματα, έστριψα ένα τσιγάρο. Ώσπου να βρω από που φορτίζει ο διάολος, εκάπνισα ένα ακόμα. Οι οδηγίες χρήσης με μπερδέψανε κι έστριψα άλλο ένα μπας και καθαρίσει το μυαλό μου. Να μην τα πολυλογώ, μισό πακέτο εφούμαρα δίχως να βγάλω άκρη.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα την πιο μεγάλη αλήθεια. Αν δε δουλέψει και ο ηλεκτρικός  ο αργιλές στη μπερίπτωσή μου, μάλλον για να το ξεφορτωθώ το ρημαδοτσίγαρο θα πρέπει να κόψω τα δάχτυλά μου.