«Ψηλά τα χέρια σύντροφε»: Ένα σκοτεινό crime στην «φωτεινή» Ελλάδα των 90s

Ποιος είπε ότι στα μέρη μας δεν υπάρχει παλπ λογοτεχνία;

Αθήνα, 1998. Ο Πρέκας -το μικρό του όνομα είναι αδιευκρίνιστο- είναι ένας ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας και τυπικό δείγμα πετυχημένου ανδρός σε αυτόν τον πολύ ιδιαίτερο χωροχρόνο: νεόπλουτος, καλοβαλμένος, γενιά του Πολυτεχνείου και κοινωνικός αγωνιστής των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης κάποτε, σνομπ απέναντι σε κάθε τι που τον καθόριζε πριν πιάσει την καλή πλέον. Οι εποχές που εκπαιδευόταν στις πρακτικές του ένοπλου αντάρτικου από «συντρόφους» κάπου στη Λατινική Αμερική μοιάζουν για αυτόν μια άλλη ζωή πια. Τώρα οδηγεί πολυτελές αμάξι και απολαμβάνει τις ανέσεις του τεράστιου -αλλά σχετικά άδειου από έπιπλα- σπιτιού του στη Βούλα με θέα τη θάλασσα.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Ο Πρέκας μοιάζει αλλά δεν είναι η τέλεια προσωποποίηση της επιτυχίας εκείνης της εποχής. Είναι μοναχικός, κοινωνικά δυσλειτουργικός, χωρίς ιδιαίτερες παρέες και δημόσια ζωή. Δεν περνάει τον ελεύθερο χρόνο του σε κοσμικές εκδηλώσεις αλλά στην Ααβόρα, το θρυλικό σινεμά στο τέλος της Ιπποκράτους, όπου και βλέπει μόνος του το ένα παλιό φιλμ νουάρ μετά το άλλο. Όμως αυτό δεν είναι η μοναδική και για την ακρίβεια, ούτε καν η ουσιωδέστερη «απόδρασή» του από την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, ο Πρέκας είναι αρχηγός μιας ένοπλης συμμορίας που κάνει ληστείες. Ηγείται αυτής μαζί με έναν πάλαι ποτέ σύντροφό του από τα «επαναστατικά» χρόνια, που -σε αντίθεση με τον ίδιο- έχει μείνει κολλημένος σε ένα ηττημένο παρελθόν. Δεν το κάνει για τα λεφτά, λεφτά έχει. Το κάνει γιατί αυτό τον γεμίζει. Αλλά αυτά τα χόμπι είναι επικίνδυνα. Μπορεί από το πουθενά να βρεθείς μπλεγμένος με το οργανωμένο έγκλημα. Και άπαξ και συμβεί αυτό, τα πράγματα από καλοτακτοποιημένα μπορεί να γίνουν πλήρως χαωτικά.

Αυτό είναι το βασικό πεδίο πάνω στο οποίο στήνεται μια από πιο ενδιαφέρουσες εκδόσεις της εποχής: το ελληνικό νεονουάρ «Ψηλά τα χέρια, σύντροφε» από τις εκδόσεις Κυψέλη, τρίτο βιβλίο του Κώστα Φασουλόπουλου, συγγραφέα της σύγχρονης γενιάς νουάρ/crime λογοτεχνίας της Ελλάδας, είναι μια ιστορία που διαβάζεται σαν νεράκι αλλά ταυτόχρονα κουβαλάει στις πλάτες του κάτι πολύ περισσότερο από μια καλοστημένη ιστορία εγκλήματος.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον που έχει γεννηθεί τα τελευταία 25 χρόνια ποια χώρα ήταν ακριβώς η Ελλάδα εκείνου του παράξενου μεσοδιαστήματος ανάμεσα στην ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την έλευση του ευρώ. Την τρομοϋστερία της εποχής, τη βαθιά και μάλλον ανομολόγητη μοναξιά όσων δεν χωρούσαν στο Κλικ και το Νίτρο της «ξεβλαχεμένης» Ελλάδας, την αίσθηση πως το να είσαι επιτυχημένος, κοινωνικός, εύπορος και -κυρίως- χαρούμενος ήταν περίπου υποχρεωτικό. Διαφορετικά, κάτι δεν πήγαινε καλά με εσένα. Και αν κάτι δεν πήγαινε καλά με εσένα, πολύ απλά δεν χωρούσες πουθενά.

Με έναν ειρωνικό τρόπο, αυτό το ιδιαιτέρως «φωτεινό» περιβάλλον αποδεικνύεται το τέλειο σκηνικό για μια νουάρ -δηλαδή, κυριολεκτικά, «σκοτεινή»- ιστορία. Γιατί κάτω από την επιφάνεια της ευημερίας, της κατανάλωσης και μιας χώρας που έμοιαζε αποφασισμένη να αφήσει οριστικά πίσω της οτιδήποτε της θύμιζε το φτωχότερο και λιγότερο λαμπερό παρελθόν της, υπήρχε ήδη μια αρκετά μεγάλη ρωγμή. Και ο Φασουλόπουλος έχει την εξυπνάδα να μην επιχειρεί να την περιγράψει ιστορικά ή κοινωνιολογικά, αλλά να την αφήνει να αποκαλύπτεται μέσα από τους ανθρώπους του.

Το βιβλίο απευθύνεται επί της ουσίας στο συλλογικό βίωμα μιας ολόκληρης γενιάς. Όπως ο Μανσέτ και ο Φαζαρντί, οι μεγάλοι πατριάρχες εκείνου του πολιτικοποιημένου παλπ αστυνομικού μυθιστορήματος, ύφαιναν τις ιστορίες τους συνομιλώντας με τη γενιά του Μάη του ’68 και με όσα της απέμειναν όταν τα μεγάλα της όνειρα άρχισαν να ξεφουσκώνουν, έτσι και εδώ ο Φασουλόπουλος στήνει το δικό του σκηνικό «μιλώντας» σε μια άλλη, κατά κάποιο τρόπο αδικημένη γενιά: τη γενιά του ’80. Μια γενιά που έζησε την εφηβεία της μέσα στη μεγάλη κοινωνική κινητικότητα της Μεταπολίτευσης και στην αισιοδοξία των ’90s και σήμερα ξέρει πολύ καλά ότι από όσα κλήθηκε να διαχειριστεί στην ενήλικη ζωή της έχουν τις ρίζες τους ακριβώς σε εκείνον τον νεοπλουτισμό που τότε παρουσιαζόταν ως αδιάψευστη απόδειξη προόδου.

Ο Πρέκας είναι εξαιρετικός πρωταγωνιστής ακριβώς επειδή βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίφασης. Έχει κερδίσει. Έχει λεφτά, σπίτι, αυτοκίνητο, κοινωνικό κύρος. Έχει, θεωρητικά, όλα όσα η εποχή του τού υποσχέθηκε ότι θα τον κάνουν ευτυχισμένο. Κι όμως εξακολουθεί να επιστρέφει σε κάτι πρωτόγονο, επικίνδυνο και παράλογο, σαν να προσπαθεί μέσα από τη βία να ανακτήσει ένα κομμάτι του εαυτού του που έχασε στην πορεία προς την επιτυχία. Η ληστεία δεν είναι οικονομική ανάγκη αλλά υπαρξιακή. Μια τελετουργία μέσα από την οποία μπορεί για λίγες ώρες να ξαναγίνει κάποιος άλλος. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, αυτός που πραγματικά είναι κάτω από τη μάσκα που φοράει.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου: βάζει στο επίκεντρό του τους χαρακτήρες του και αφήνει την πλοκή να κινείται μέσα από αυτούς και όχι το ανάποδο. Ο Φασουλόπουλος ενδιαφέρεται πραγματικά για τους ήρωές του και σκύβει πάνω τους με τόσο ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον, ώστε κάποια στιγμή μπορεί να ξεχάσεις ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με αστυνομική ιστορία. Μέχρι, φυσικά, να μπουκάρει ξανά στην αφήγηση η ένταση των όπλων…

Υπό μια έννοια, ολόκληρη αυτή η προσέγγιση συγγενεύει με τον κινηματογραφικό τρόπο με τον οποίο ο Μάικλ Μαν προσεγγίζει την τραυματισμένη αρρενωπότητα των ηρώων του: άνδρες συναισθηματικά ανάπηροι, ανίκανοι να επικοινωνήσουν κανονικά με τον κόσμο γύρω τους, οι οποίοι μπορούν να υπάρξουν με απόλυτη καθαρότητα μόνο μέσα στην εμμονή τους, στην τελετουργία της δουλειάς τους και, τελικά, στη βία. Ας μην κρυβόμαστε: το «Heat» αποτελεί προφανή αναφορά του συγγραφέα και ορισμένες σκηνές του βιβλίου μοιάζουν σχεδόν με ευθύ φόρο τιμής. Όχι όμως με τρόπο αντιγραφικό. Περισσότερο σαν ο Φασουλόπουλος να παίρνει εκείνο το κινηματογραφικό αρχέτυπο και να αναρωτιέται πώς θα έμοιαζε αν αντί για το Λος Άντζελες του ’90 το τοποθετούσες στην Αθήνα του Σημίτη.

Και κάπως έτσι το «Ψηλά τα χέρια, σύντροφε» πετυχαίνει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο για ένα ελληνικό crime μυθιστόρημα: χρησιμοποιεί το είδος όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως όχημα. Οι ληστείες, οι εγκληματίες, τα όπλα και οι υπόκοσμος είναι εδώ, και λειτουργούν μια χαρά: η αφήγηση έχει ρυθμό, αγωνία είναι page turner. Όμως πίσω από όλα αυτά υπάρχει διαρκώς μια δεύτερη ιστορία. Η ιστορία μιας χώρας που νόμιζε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της τις ήττες και τα απωθημένα της, που θεωρούσε πως οι ιδέες είναι «εμμονές» επειδή απέκτησε λίγα περισσότερα λεφτά και πολύ ακριβότερα αυτοκίνητα.

Για αυτό και το βιβλίο λειτουργεί τελικά εξίσου καλά είτε το διαβάσει κανείς ως καθαρόαιμο νεονουάρ είτε ως μια μικρή τοιχογραφία της Ελλάδας λίγο πριν από τη μεγάλη αυταπάτη του 21ου αιώνα. Ίσως μάλιστα το σημαντικότερο προσόν του να είναι πως δεν αισθάνεται ποτέ την ανάγκη να σου εξηγήσει με το ζόρι τι «σημαίνουν» όλα αυτά. Δεν σηκώνει το δάχτυλο, δεν κάνει μάθημα πολιτικής ιστορίας, δεν διακόπτει την αφήγηση για να βάλει τον συγγραφέα να μιλήσει αντί για τους ήρωές του. Τα αφήνει όλα να υπάρχουν στο φόντο, διακριτικά πλην εντελώς διακριτά, ακριβώς όπως πρέπει. Και αυτό είναι τελικά που κάνει το «Ψηλά τα χέρια, σύντροφε» ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ακόμα και από ανθρώπους που συνήθως δεν πλησιάζουν την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία.

Και τέλος πάντων, αν είσαι από αυτούς που είτε δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν το «Heat» είτε θεωρούσαν ανέκαθεν τόσο κρίμα και τόσο άδικο να είναι Γάλλος ο Μανσέτ, η πρόταση αναφορικά με το «Ψηλά τα χέρια σύντροφέ» είναι απλή: αγόρασε το.