11/22/63: Η μέρα που ο Στίβεν Κινγκ «αποκάλυψε» το δολοφόνο του Κένεντι

Μπαμ. Παύση. Μετά από λίγο ο ίδιος ανατριχιαστικός ήχος- μπαμ. Και στο τέλος, έπειτα από 4 βασανιστικά δευτερόλεπτα που μοιάζουν με διευρυμένη αιωνιότητα, ξανά: μπαμ. Από το στόμα της Τζάκι ξεφεύγουν μονάδα δύο λέξεις («Ω, όχι») και στο μπροστά κάθισμα ο Κυβερνήτης του Τέξας Τζον Κόναλι δείχνει πολύ άσχημα τραυματισμένος.

Ωστόσο, τα πράγματα είναι απείρως χειρότερα πίσω: ο 35ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο λαοφιλής και «λαμπερός» Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, έχει δεχτεί μια σφαίρα στο κεφάλι. Το κρανίο του έχει συνθλιβεί.

Οι Αμερικάνοι, που αμφιρρέπουν με στυλ μεταξύ της ακριβούς αποτύπωσης των πραγμάτων και της εγωμανούς φαφλατοσύνης τους, θα ισχυριστούν πως η 22η Νοεμβρίου του 1963 ήταν η μέρα που άλλαξε η παγκόσμια ιστορία. Οι φιλελεύθερες ιδέες του Χρυσού Παιδιού της πολιτικής σκηνής είχαν μόλις δολοφονηθεί.

Βλέπετε, ο JFK ήταν νεκρός. Κι αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε ν’ αλλάξει με τίποτα. Εκτός κι αν…

Εκτός κι αν υπήρχε κάπου μια κουνελότρυπα.

«Στάσου- δυο λεπτά. Θέλω να σου μιλήσω... Και μετά να σε φιλήσω. Στάσου…»

Δεν το είχε καμία απολύτως ανάγκη. Καμία. Άλλωστε, το είχε περιγράψει με γλαφυρότατο τρόπο  μετά την εκκωφαντική του επιτυχία στα 80s: αρκούσε απλά να στείλει στον εκδοτικό του οίκο την λίστα με τα άπλυτά του και οι άνθρωποι εκεί μετά χαράς θα την έκαναν βιβλίο, το οποίο θα πουλούσε εκατομμύρια αντίτυπα.

Τι δουλειά είχε, λοιπόν, στα 60κάτι του χρόνια να καταπιαστεί ο Στίβεν Κινγκ με το μεγαλύτερο μυστήριο στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής; Για ποιο λόγο να καθίσει να γράψει ένα (ογκώδες, όπως πάντα) βιβλίο για τη δολοφονία του Κένεντι, την στιγμή που θ’ αρκούσε ένα ξαναζεσταμένο αναγνωστικό φαγητό με λίγες καλές ανατριχίλες εδώ κι εκεί, προκειμένου ν’ αποδείξει ότι «το έχει» ακόμα;

Η απάντηση μοιάζει σύνθετα απλή: γιατί παρά το γεγονός πως πολλοί στέκονται στο ότι η θεματολογία του «Βασιλιά» κολυμπάει στα ελώδη- μα ελκυστικά- νερά του μακάβριου, μιλάμε ίσως για τον σπουδαιότερο εν ζωή μυθιστοριογράφο του κόσμου.

Προσεγγίζοντας, επομένως, με αργά αλλά σταθερά βήματα το λυκόφως της βιολογικής του ζωής και έχοντας προ πολλού απολέσει οικειοθελώς την ικανότητα να τρομάζει μέχρι ελεγχόμενου θανάτου το κοινό του, ο Κινγκ πήγε το 2010 να κάνει έρευνα 6 ολόκληρων μηνών στο Ντάλας προκειμένου να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα.

Όταν επέστρεψε στη βάση του, στο Μέιν, στρώθηκε στη δουλειά και μετά ξεστόμισε την κλασική ατάκα προς τον πιστό του αναγνώστη:

«Κρατήσου γερά από το μπράτσο μου. Θα πάμε σε πολλά σκοτεινά μέρη, μα νομίζω πως ξέρω το δρόμο. Μόνο μην αφήσεις το χέρι μου. Κι αν σε φιλήσω στο σκοτάδι, δεν έγινε τίποτα. είναι μόνο επειδή είσαι η αγάπη μου.

Και τώρα, άκου:

«Η πιο τρομακτική στιγμή είναι πάντα πριν αρχίσεις»

Δεν είναι απλή απόλαυση- όχι. Εδώ μιλάμε για γαστριμαργικό οργασμό: ο παλιόφιλος ο Αλ φτιάχνει τα πιο νόστιμα χάμπουργκερ σε ολόκληρη την Αμερική και τα πουλάει σε τιμές που παραπέμπουν σε μια αλλοτινή- αρκετά μακρινή- εποχή. Μα πώς στο καλό τα βγάζει πέρα, αλήθεια;

Αυτή ακριβώς είναι η ερώτηση που κάνει ο 35χρονος καθηγητής αγγλικής φιλολογίας Τζέικ Έπινγκ στο γέρο ιδιοκτήτη του εστιατορίου: πώς γίνεται σε μια περίοδο που ακόμα και ο αέρας φορολογείται, τα διάσημα χάμπουργκερ του Αλ (εκείνα που το κρέας μοιάζει να έχει πιο ζουμερή γεύση από κάθε άλλο στη χώρα) να κοστίζουν όσο έκαναν, ας πούμε, το 1963;

Ο Αλ τον καλεί μια μέρα στο πίσω μέρος του μικρού του εστιατορίου. Εκεί του λέει «Κάνε δυο βήματα ακόμα- σσσς, σε παρακαλώ σταμάτα. Εκεί, στην αποθήκη. Το βλέπεις;»

Ο Τζέικ, ένας φιλήσυχος νεαρός του Λίσμπον Φολς στο Μέιν, το βλέπει αλλά και δεν το βλέπει ταυτόχρονα. Τι στο καλό είναι αυτό;

«Μια κουνελότρυπα», απαντάει ο Αλ. «Βγάζει πίσω σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία του 1958. Τι λες, θες να πας πίσω στο χρόνο και ν’ αποτρέψεις τη δολοφονία του Κένεντι;».

Κάπου εδώ, το ταξίδι ξεκινά.

Πιάστε το χέρι του θείου Στίβι και φύγαμε.

«Τους αρέσει να σκοτώνουν τον χρόνο τους περιμένοντας το χρόνο να τους σκοτώσει»

Στην αρχή το κάνει από περιέργεια- ποιος θα μπορούσε, εδώ που τα λέμε, να ντυθεί Ιωάννης Μεταξάς και να πει βροντώδες ΟΧΙ σ’ ένα ταξίδι στο χρόνο;

Έτσι, ο καθηγητής Έπινγκ μεταφέρεται στην Αμερική του Αϊζενχάουερ και του Έλβις, εκεί που ο καπνός από τα τσιγάρα που καπνίζουν όλοι έχει μετατραπεί σε νεφελώδες δεύτερο δέρμα των πάντων και τ’ αυτοκίνητα έχουν το μέγεθος κινούμενης πολυκατοικίας.

Ο Κινγκ- αν είστε πιστός αναγνώστης το γνωρίζετε ήδη- διαθέτει μια απαράμιλλη ικανότητα να ζωντανεύει περασμένες εποχές. Στο 11/22/63, που είναι ο τίτλος του συγκεκριμένου βιβλίου, μάλιστα, φτάνει σε απάτητες συγγραφικές κορυφές, κάνοντάς σε να νομίζεις πως πράγματι το να πάρεις μαλλί της γριάς κοστίζει 10 σεντς και τα κορίτσια φοράνε παντού υπέροχα σοσόνια.

Μετά τις πρώτες αναγνωριστικές 50-60 σελίδες ο «Βασιλιάς» ανάβει στο φουλ τις μηχανές και η μαγεία αναλαμβάνει να μας δείξει το δρόμο: ο Τζέικ πηγαίνει πράγματι πίσω στα τέλη των 50s και αρχίζει την ελκυστικά παράλογη ιστορία του. Μόνο που…

Μόνο που από ένα σημείο και ύστερα ξεχνάει εντελώς την ύπαρξη του JFK.

Γι’ αυτό «ευθύνεται» η Σάντι Ντάνχιλ- η κοπέλα που γνώρισε λίγο μετά την άφιξή του σε μια προγενέστερη εκδοχή των ΗΠΑ. Η άμμος στην κλεψύδρα αρχίζει ν’ αδειάζει επικίνδυνα για τον 35ο Πρόεδρο της χώρας, όμως αυτοί το μόνο που θέλουν είναι να σκοτώνουν τον χρόνο τους μαζί.

Στο τέλος, όμως, ο Χρόνος είναι αυτός που θα τους σκοτώσει. Και αυτούς και τον Κένεντι.

Ή μήπως όχι;

«Μην αφήσετε να τελειώσει έτσι. Πείτε τους ότι είπα κάτι»

Κρατώντας μαεστρικά τη γραφίδα και σμιλεύοντας χάρτινους χαρακτήρες που μοιάζουν καμωμένοι από απτή σάρκα και αδιαμφισβήτητα οστά, ο Κινγκ εναλλάσσει στο προσκήνιο της αφήγησής του την ερωτική ιστορία (και τα «παρελκόμενα» αυτής) ανάμεσα στον Τζέικ και την Σάντι και την επερχόμενη δολοφονία του Κένεντι, αποδεικνύοντας περίτρανα πως είναι ο σπουδαιότερος παραμυθάς των καιρών μας.

Η υπόθεση πηγαίνει μπρος- πίσω με την ταχύτητα του τηλαυγούς φωτός, χωρίς ποτέ, όμως, να προκαλεί ζάλη στον αναγνώστη. Από ένα κομβικό σημείο και μετά στο κέντρο της σκηνής προσγειώνεται «υπόκωφα» αυτός που περιμέναμε από την αρχή.

Τον λένε Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ και κουβαλάει στα χέρια του μια καραμπίνα Καρκάνο- ορίστε, δείτε και μόνοι σας. Είναι εμφανές πως δε θέλει ν’ αφήσει να τελειώσει αυτή η ιστορία έτσι.

Είναι ξεκάθαρο πως θέλει κάτι να πει.

«Μίλα μου ψιθυριστά, αν μου μιλάς γι’ αγάπη»

Έρωτας, αγωνία που έχει αγκαλιάσει το κόκκινο και αρνείται να το αφήσει, μυστήριο για τα όσα (θεωρητικώς γνωστά) θα συμβούν, χιούμορ, νοσταλγία και ένα απαλό άγγιγμα στιβαρού τρόμου (σαν γκρίζα, σηπόμενα δάχτυλα που βγαίνουν κάτω από το κρεβάτι και σου αγγίζουν το πόδι στις 4 το πρωί)- ο Στίβεν ρίχνει με μανιώδεις ρυθμούς τα πάντα στο αναγνωστικό μπλέντερ, δημιουργώντας ένα εύγευστο μείγμα για τ’ αδηφάγα μάτια, τα οποία δεν μπορούν να σταματήσουν να διαβάζουν.

Προσεγγίζοντας τις 600 σελίδες από τις 850 συνολικά, καθίσταται σαφές πως η μεγάλη κορύφωση θα έρθει μεν στο αναμενόμενο σκηνικό- την πλατεία Ντίλι, δηλαδή, και τη «διαβόητη» βιβλιοθήκη-, αλλά θα έχει ως αντίβαρο… κάτι ακόμα (καταραμένα spoilers).

Κι αυτό γιατί ο Κινγκ φτιάχνει μια πολυεπίπεδη ιστορία που δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον Κένεντι, αλλά καταπιάνεται με κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό(ν).

Ας κάνουμε ησυχία κι ας ακούσουμε: η αυτοκινητοπομπή πλησιάζει. Σχεδόν 200.000 κόσμος έχει παραταχθεί κατά μήκος των λεωφόρων και ζητωκραυγάζει ανεξέλεγκτα. Το εκθεσιακό κέντρο στο βάθος, εκεί που είναι προγραμματισμένο να μιλήσει ο πρόεδρος, φαντάζει ως το τέλειο μέρος για ένα ραντεβού που δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ.

Και, αν συγκεντρωθούμε αρκετά, μπορούμε ν’ ακούσουμε και κάτι ακόμα: ένα ανεπαίσθητο κλικ. Είναι ο ήχος που κάνουν τα δάχτυλα πάνω στο όπλο.

Το ημερολόγιο δείχνει 22/11/1963 και μπροστά στα μάτια μας θα γραφτεί ιστορία.

Σσσς, ας μιλήσουμε ψιθυριστά.

Αλήθεια, πού είναι ο Τζέικ;

«Ο Θεός είναι βάναυσος. Κάποιες φορές σε αναγκάζει να ζεις»

Ένα γδαρμένο πρόσωπο. Αίματα. Φωνές. Ουρλιαχτά. «Ω, όχι». Η κουνελότρυπα περιμένει- τι πρέπει να κάνει ο καθηγητής Έπινγκ; Ν’ ακολουθήσει μέχρι τέλους την ατραπό της προσωπικής του ηθικής, να υποκύψει στις επιταγές της καρδιάς ή να πρυτανεύσει η λογική που ισχυρίζεται πως αν ανατραπεί ένα ιστορικό συμβάν θα οδηγηθούμε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις;

Λίγο πριν το τέλος του τελευταίου του, χρονικά, μεγάλου αριστουργήματος (μέχρι το επόμενο- έτσι δεν είναι Στίβι;), ο «Βασιλιάς» φροντίζει να μην αφήσει παραπονεμένους τους υπηκόους του: ο δολοφόνος ήταν, τελικά, ο Όσβαλντ; Οι Κουβανοί; Η CIA με την οποία ο Κένεντι είχε ανοίξει «πόλεμο» μετά το φιάσκο του Κόλπου των Χοίρων; Ίσως ο αντιπρόεδρος Λίντον Τζόνσον που ήθελε να δει τον εαυτό του στον προεδρικό θώκο;

Ή μήπως, εν τέλει, τίποτα απ’ όλ’ αυτά δεν έχει καμία απολύτως σημασία; Μήπως το μόνο που μετράει είναι να συνεχίσεις ν’ αναπνέεις για τους σωστούς λόγους;

Μήπως και στο τώρα και στο τότε ο Θεός είναι βάναυσος;

Μήπως, που να πάρει, σε αναγκάζει να ζεις;

«Κι ώ χρόνε, γερο-υφαντή, άφησε μια καλή ιστορία για το τέλος»

Είναι σχεδόν παράλογο- θα μπορούσε να εξηγηθεί μονάχα αν είχε ανακαλύψει πράγματι μια χρονομηχανή ο ίδιος και πήγαινε στο παρελθόν για ν’ αναζωογονεί τα- «πληγέντα» από τον Χρόνο- συγγραφικά του κύτταρα: ο Κινγκ κατάφερε μετά από 45 περίπου μυθιστορήματα, 200 διηγήματα και δεκάδες σενάρια να γράψει πριν από 7 χρόνια ένα εντελώς ανέλπιστο διαμάντι, το οποίο έχει ως βάση του (αλλά όχι κινητήριο μοχλό…) ένα από τα πιο δύσκολα θέματα στην ιστορία της σύγχρονης Αμερικής.

Είναι βέβαιο πως όταν διαβάσετε στο τέλος- όταν η υπόθεση JFK θα έχει πάρει τον «αμετάκλητο» δρόμο της- για το χορό μιας 80χρονης γυνναίκας με τον κατά πολύ νεότερο Τζέικ Έπινγκ, θα συμφωνήσετε πως ο μπαγάσας αφήνει πίσω του μια διαολεμένα καλή ιστορία.

Κι αν στο ενδιάμεσο ακούσετε θορυβώδη μπαμ, μην τρομάξετε: είναι ο κρότος που κάνει η αληθινή αγάπη.

Κυρία μου, χορεύουμε;