Ο σύλλογος που 100 χρόνια δεν χρειάζεται τίτλους για να είναι μεγάλος

Απ’ το βορρά μέχρι το νότο...

Έως το 2016 είχε δύο πρωταθλήματα και τέσσερα κύπελλα. Από το 1977 έως το 2000, 23 ολόκληρα χρόνια, κατέκτησε έναν τίτλο. Στο ίδιο διάστημα ο Παναθηναϊκός πήρε 17, o Ολυμπιακός 13 (και άλλους 28 έκτοτε) και η ΑΕΚ 10.

Ακόμα όμως και οι σημερινοί μεσήλικες μεγάλωναν τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 μαθαίνοντας ότι ο ΠΑΟΚ ήταν μεγάλος. Σαν αξίωμα. Δεν χρειαζόταν απόδειξη (τίτλων). Δεν ρωτούσες γιατί. Το ένιωθες όπου και αν ήσουν. Απ’ τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα έως την Κρήτη. Μια αύρα, απ’ το βορρά μέχρι το νότο, σε μυούσε στην ιδέα ότι οι μεγάλες ομάδες στην Ελλάδα δεν είναι μόνο αυτές που έχουν πάρει πολλούς τίτλους.

Είναι και μια τέταρτη, που δεν γιγαντώθηκε από τα τρόπαια. Ο ΠΑΟΚ είναι εκείνος ο δυνατός άνθρωπος που συνήθως υποφέρει χωρίς να παραπονιέται, απορώντας με τον αδύναμο που παραπονιέται χωρίς να υποφέρει. Γιγαντώθηκε υποφέροντας. Σφυρηλατήθηκε στη φωτιά και το αμόνι.

Θέριεψε από το βάρος των πέντε χαμένων τελικών κυπέλλων στην Αθήνα απέναντι στις ομάδες του ΠΟΚ από το ’71 έως το ’83. Από τα δύο 0-0 με την Μπάγερν και τον αποκλεισμό στα πέναλτι το 1983. Από τις «αυτοκτονικές» ήττες κόντρα στον Άρη στους τελικούς πλέι-οφ της Α1 το ‘91, τα δάκρυα του ανατριχιαστικού Μπάνε στη Ναντ το ’92 και την καταραμένη βραδιά στο «ΣΕΦ» κόντρα στην Μπένετον Τρεβίζο.

Μια ομάδα που έμαθε να ζει με την αίσθηση ότι πρέπει να παλεύει λίγο παραπάνω από τους άλλους. Ότι τίποτα δεν της χαρίζεται. Αυτή η αίσθηση, δίκαιη ή άδικη, έγινε μέρος της ταυτότητάς του ΠΑΟΚ. Τον πλήγωσε, αλλά και τον πείσμωσε. Τον ατσάλωσε και τον κράτησε όρθιο σε περιόδους που άλλοι μπορεί να είχαν διαλυθεί. Το «όσο με πληγώνεις, τόσο με πορώνεις» ίσως να μην έχει βρει τέτοια ανταπόκριση ποτέ και πουθενά.

Ο ΠΑΟΚ δεν έχασε σε λαϊκή βάση από αυτές τις αποτυχίες. Έγινε το καταφύγιο όσων ήθελαν να πάνε κόντρα στο ρεύμα, αυτών που μπούχτισαν από τις 81 συνεχόμενες νίκες του μπασκετικού Άρη και την ποδοσφαιρική παντοκρατορία του «αθηναϊκού κατεστημένου». Από τη Γερμανία έως τον Καναδά και την Αυστραλία, κανείς δεν έγινε ΠΑΟΚ για τους τίτλους. Πολλοί μπορούν να χαρακτηριστούν γραφικοί, αιθεροβάμωνες… ξεμυαλισμένοι. Κανείς όμως «πανηγυρτζής».

Δεν είμαι οπαδός του, αλλά έχω την αίσθηση ότι ο ΠΑΟΚ είναι ιδέα περισσότερο από κάθε ελληνική ομάδα. Και καμιά φορά νομίζω ότι ζηλεύω την… περήφανη αντιξοότητα του να είσαι ΠΑΟΚτσης. Ως ιδέα διαιωνίζει έως και σήμερα τους οπαδούς του, «καμαρώνοντας» για τις νέες γενιές από ασπρόμαυρες φανέλες. Ως ιδέα απαγόρεψε στον Ολυμπιακό να φύγει νικητής από την Τούμπα για 21 συνεχόμενα χρόνια, ως ιδέα απέκλεισε το ’97 στο κύπελλο UEFA την ομάδα που θα κατακτούσε το αγγλικό νταμπλ, ως τέτοια δοξάστηκε σε Σαραγόσα και Τεργέστη. Ως ιδέα πήρε με επική ανατροπή το πρωτάθλημα του 2024, φτάνοντας τους έξι τίτλους στην μπάλα από το 2016.

«Big 4» όμως υπήρχε και πριν από αυτά. Ο ΠΑΟΚ ήταν εκεί, όχι στις μύτες για να φαίνεται ψηλότερος απ’ ότι είναι, αλλά πάντα underachiever σε σχέση με το πραγματικό διαμέτρημά του. Με την ίδια μεγαλοπρέπεια και τον ίδιο ζήλο θα γιορτάζονταν τα 100 χρόνια του, ακόμα και αν δεν είχε πάρει κανέναν από αυτούς τους έξι τίτλους.

Γιατί στο τέλος της μέρας όσοι έχουν πάει στην Τούμπα γνωρίζουν από πρώτο χέρι ότι υπάρχει μία ομάδα στον κόσμο που δεν χρειάζεται τις κούπες για να προκαλεί δέος. Της αρκούν οι… έντρομες αντιδράσεις αντιπάλων, όπως αυτή του Ολλανδού Άρτουρ Νιούμαν της Ρέιντζερς το 1998, όταν η ατμόσφαιρα σείεται από το χτύπημα του τυμπάνου και τον… βρυχηθμό «ΠΑΟΚ»…