Η νύχτα που η Μίλαν γνώρισε τη «σφαγή του Μπομπονέρα»

«Πριν τη ρεβάνς ένας στρατιωτικός ήρθε στα αποδυτήρια και μας είπε κοφτά: απόψε νικάτε ή πεθαίνετε. Ήμασταν πολύ νέοι, εγώ μόλις 24 ετών. Και, πιστέψτε με, το ποδόσφαιρο ήταν πολύ βίαιο εκείνα τα χρόνια»...
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων μπορεί να έχει βαρύγδουπη ονομασία, αλλά για τον κόσμο του ποδοσφαίρου παραμένει η πιο αδιάφορη διοργάνωση στον πλανήτη. Θεωρητικά από αυτά τα ματς προκύπτει η κορυφαία ομάδα ωστόσο ελάχιστοι το προσεγγίζουν με σοβαρότητα μεγαλύτερη ενός δυνατού φιλικού, που πάντως κρίνει έναν τίτλο. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πολύ πριν οι δαίμονες της FIFA το διευρύνουν -υπακούοντας στους όρους του μάρκετινγκ- με τις πρωταθλήτριες των ζωνών, αποτελούσε υπόθεση Ευρωπαίων και Νοτιαμερικανών.  Διπλά ματς, μέσα-έξω. Ένα στην έδρα κάθε αντιπάλου. Την εποχή που κάθε νίκη ήταν εθνική υπόθεση και το ποδόσφαιρο, ως καθρέφτης της κοινωνίας, αντανακλούσε την κουλτούρα ενός ολόκληρου λαού. Η Αργεντινή των δεκαετιών του ’60 και του ’70 ήταν μια χώρα όπου η βία είχε περάσει στην καθημερινότητα. Με βία ανατρέπονταν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Με βία οι στρατιωτικοί έπαιρναν την εξουσία. Με βία την διατηρούσαν. Η βία ήταν μια πραγματικότητα και το ποδόσφαιρο κομμάτι της.

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι την περίοδο που κυβερνούσε την Αργεντινή ο δικτάτορας (ακόμα ένας στην ιστορία της) Χουάν Κάρλος Ονγκάνια, έζησε τις μεγαλύτερες μέρες δόξας της η Εστουδιάντες. Όχι πως υπήρχε σύνδεση με το καθεστώς, αλλά μάλλον ταίριαξε το αγωνιστικό της στυλ με την αγριάδα και τη σκληρότητα που βασίλευε στη χώρα. Σήμερα συνήθως τους αποκαλούμε «Φοιτητές» για προφανείς λόγους, αλλά εκείνοι οι τύποι ήταν από τους πιο badass motherfuckers που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Οι «ποντικοσφάχτες», όπως είναι το παρατσούκλι τους κανονικά, δεν περιορίζονταν μόνο σε τρωκτικά όταν αποφάσιζαν να σφάξουν. Από το δικό τους χειρουργικό κρεβάτι, το θρυλικό «Μπομπονέρα» το οποίο χρησιμοποιούσαν στα διεθνή παιχνίδια, πέρασαν πολλές ομάδες οι οποίες θα θυμούνται την εμπειρία για πάντα.

Η Μίλαν του 1969 δεν είναι εξαίρεση…

Έχοντας κερδίσει τον Άγιαξ στον τελικό του Πρωταθλητριών, η Μίλαν αυτοδικαίως εκπροσωπεί την Ευρώπη στο Διηπειρωτικό Κύπελλο. Απέναντί της έχει την Εστουδιάντες που μόλις περιγράψαμε. Είναι η ομάδα που είχε κατακτήσει την περασμένη σεζόν το τρόπαιο απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κι έχει δύο σερί Κόπα Λιμπερταδόρες. Ωστόσο οι τίτλοι ωχριούν μπροστά στη φήμη της. Εκείνο που τρομάζει περισσότερο τους Ιταλούς είναι τα λόγια του Σερ Ματ Μπάσμπι που την προηγούμενη χρονιά τους αντιμετώπισε ως τεχνικός των «κόκκινων διαβόλων» κι έφτασε στο σημείο να ζητήσει επίσημα την αποβολή τους από το ποδόσφαιρο! Κι όμως τα 4 ράμματα στον Ντένις Λο και η αποβολή του Τζορτζ Μπεστ, που τρελάθηκε από το αντιαθλητικό παιχνίδι των συμπαικτών του Κάρλος Μπιλάρδο και του Χουάν Βερόν, δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που θα βίωναν οι Ιταλοί τον Οκτώβρη του 1969.

Δύο γκολ του Σορμάνι κι ένα του Κομπέν έδωσαν στους «ροσονέρι» το άνετο 3-0 στο «Σαν Σίρο» που τους εξασφάλιζε σε μεγάλο βαθμό ενόψει της ρεβάνς στο Μπουένος Άιρες. Η αντικειμενική δυσκολία στο να ανατραπεί ένα τέτοιο σκορ έκανε τους Αργεντινούς ακόμη πιο αποφασισμένους να παίξουν με τους δικούς τους όρους. Το «Μπομπονέρα» θα γινόταν κόλαση για όλους. Ιδιαίτερα για τον «προδότη», Νέστορ Κομπέν. Αν και πολιτογραφημένος Γάλλος και διεθνής με τους «τρικολόρ», είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αργεντινή. Για την εποχή ήταν ασυνήθιστο. Αποδείχτηκε και ασυγχώρητο…

Αίμα και πόνος

Όσο το ματς παρέμενε στο 0-0 ήταν ο Τζιάνι Ριβέρα, το «Χρυσό Παιδί» του ιταλικού ποδοσφαίρου εκείνος που δεχόταν την… περιποίηση των Αργεντινών. Όταν με δική του προσπάθεια η Μίλαν άνοιξε το σκορ στο ’30 άνοιξαν οι πύλες της κόλασης για τον ίδιο και τους συμπαίκτες του. Η προθέρμανση υπό την παρενόχληση διερχόμενων οπαδών, το ντους με καυτούς καφέδες στη φυσούνα και τα σκληρά μαρκαρίσματα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ορεκτικό. Το κυρίως πιάτο ήταν έτοιμο να σερβιριστεί και οι «μακαρονάδες» θα το έτρωγαν όλο. Οκτώ λεπτά αργότερα ο επιθετικός Πιερίνο Πράτι θα γίνει αναγκαστική αλλαγή. Λίγο νωρίτερα έχει δεχτεί χτύπημα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να υποστεί διάσειση. Προσπάθησε να συνεχίσει, αλλά τελικά αποσύρθηκε. Τουλάχιστον το δικό του μαρτύριο κράτησε μόνο μέχρι το ’38.

Το ξύλο υπό την ανοχή του Χιλιανού διαιτητή και υπό το βλέμμα της στρατιωτικής εξουσίας απέδωσε και αγωνιστικούς καρπούς. Στο ημίχρονο η Εστουδιάντες ήταν μπροστά 2-1, σκορ με το οποίο έφτασε σε μια νίκη που σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «τιμητική». Τίποτα από όσα συνέβησαν σε εκείνο το ματς όμως δεν αξίζει αυτό τον όρο.

Επόμενος στόχος ο «προδότης»

Καθώς ο χρόνος κυλούσε και όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει σε ό,τι αφορά την ομάδα που θα κατακτούσε το Διηπειρωτικό, έφτανε η ώρα να κλείσουν οι λογαριασμοί της χώρας με τον «προδότη». Κάθε φορά που ακουμπούσε την μπάλα ο Κομπέν, ένας αντίπαλος άγγιζε εκείνον. Για την ακρίβεια δεν τον άγγιζε. Τον χτυπούσε, τον έφτυνε, τον κλωτσούσε. Όταν τίποτα από αυτά δεν φαινόταν να τον ρίχνει νοκ-άουτ, ανέλαβε δράση ο Ραμόν Αγκίρε Σουάρες. Με μια αγκωνιά στο ζυγωματικό ξάπλωσε αιμόφυρτο τον φορ της Μίλαν, η εικόνα του οποίου σοκάρει. Όχι βέβαια τόσο όσο το γεγονός ότι ο δράστης δεν αποβλήθηκε.

Το πραγματικά σουρεαλιστικό μέρος της υπόθεσης δεν είχε τελειώσει για τον Κομπέν, που έπαιξε για λίγο ακόμη, σωριάστηκε στο έδαφος, έπεσε από το φορείο και τελικά οδηγήθηκε εκτός γηπέδου. Υπό φυσιολογικές καταστάσεις θα πήγαινε σε νοσοκομείο. Όχι στην Αργεντινή του 1969. Όχι στην Αργεντινή του Ονγκανια. Αστυνομικοί συνέλαβαν επί τόπου τον ποδοσφαιριστή της Μίλαν και τον έστειλαν με χειροπέδες στο κρατητήριο με την κατηγορία της λιποταξίας, αφού είχε φύγει από τη χώρα χωρίς να εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του! Μόνο όταν το θέμα πήρε πολιτικές διαστάσεις κι ενεπλάκησαν η ιταλική και η γαλλική πρεσβεία αφέθηκε τελικά ελεύθερος.

Πρωτοπαλίκαρο στον τσαμπουκά ένας… «Έλληνας»!

Όσο ο Κορμπέν εναπόθετε τις ελπίδες του στη διπλωματία, οι συμπαίκτες του συνέχιζαν να υποφέρουν στο γήπεδο. Αρνητικός πρωταγωνιστής αποδείχθηκε ο τερματοφύλακας της Εστουδιάντες ο οποίος ευθύνεται -μεταξύ άλλων- για την επίθεση που δέχτηκε ο Ριβέρα. Νωρίτερα είχε χτυπήσει τον Κομπέν, ενώ στο τέλος χειροδίκησε σε οπαδούς! Το πώς κατάφερε να βρεθεί σχεδόν σε όλους τους καυγάδες είναι άγνωστο. Εκείνο, όμως που έγινε γνωστό είναι ότι ο Αλμπέρτο Χοσέ Πολέτι λίγα χρόνια μετά βρέθηκε στην Ελλάδα. Μετά από τον αιματοβαμμένο τελικό, εκείνος, ο Σουάρες και ο Μανέρο αποβλήθηκαν δια βίου από το ποδόσφαιρο της χώρας, καθώς η ηγεσία του θεώρησε ότι της στραπατσάρισε το προφίλ ενώ διεκδικούσε το Μουντιάλ του 1978.

Με τους περιορισμούς στις μεταγραφές ξένων, οι ομάδες μας είχαν καταφύγει στην τακτική των ελληνοποιήσεων προκειμένου να ενισχυθούν. Ο Πολέτι δεν ήταν δα και Ρότσα που έπρεπε να βαφτιστεί Μπουμπλής. Έγινε… Πολέτης σε ένα βράδυ και φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού. Τα πράγματα όμως δεν ήρθαν όπως ο κόσμος τα περίμενε, αφού μόνο ιπτάμενος δεν αποδείχθηκε. Η περιγραφή του Διονύση Χαριτόπουλου, πρώην συζύγου της Μαλβίνας Κάραλη, τα λέει όλα!

Αποδείχθηκε πως η απουσία του από το ποδόσφαιρο το διάστημα της τιμωρίας του αλλά και ένας τραυματισμός στο γόνατο τον είχαν αχρηστέψει. Σε τέτοιο βαθμό ώστε μετά την… πατρίδα να μην παίξει πουθενά ξανά και να αποσυρθεί από το άθλημα, έχοντας προλάβει να πάρει ως σουβενίρ εκείνους τους τίτλους με την Εστουδιάντες. Για χάρη της πάντως, πέρασε έναν ολόκληρο μήνα στη φυλακή (του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για τον εσκεμμένο τραυματισμό του Κορμπέν), με τον Κάρλος Μπιλάρδο να φτάνει στο σημείο της απεργίας πείνας ζητώντας την αποφυλάκισή του.

Η εξομολόγηση ενός «δολοφόνου»

Πολλά χρόνια αργότερα ο Πολέτι, που σταμάτησε την μπάλα στα 27, θα μιλήσει για την πλέον αξέχαστη βραδιά της σύντομης καριέρας του. Για τη «σφαγή του Μπομπονέρα» και το ρόλο του στα γεγονότα. «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Πλήρωσα για όσα έκανα», θα πει ενώ αρνείται ότι ο ίδιος ή οι συμπαίκτες του έπαιζαν με καρφίτσες στα χέρια για να τσιμπούν τους Ιταλούς ή πως είχαν φτύσει ή ακόμη και ουρήσει στα νερά τους. Παραδέχεται όμως ότι και οι παίκτες της Εστουδιάντες υπήρξαν θύματα του καθεστώτος και των δυναμικών που είχαν αναπτυχθεί στην Αργεντινή. «Γίνονταν απεργίες, διαδηλώσεις, ξεσηκωμοί. Ήθελαν όλα αυτά να τα καλύψουν με μια επιτυχία. Πριν τη ρεβάνς ένας στρατιωτικός ήρθε στα αποδυτήρια και μας είπε κοφτά: απόψε νικάτε ή πεθαίνετε. Ήμασταν πολύ νέοι, εγώ μόλις 24 ετών. Και, πιστέψτε με, το ποδόσφαιρο ήταν πολύ βίαιο εκείνα τα χρόνια»…

Τα λόγια του έρχονται απλά ως επιβεβαίωση όσων απαθανάτισε ο φωτογραφικός φακός. Το σακατεμένο πρόσωπο του Κορμπέν στην επιστροφή της ομάδας στην Ιταλία επισκίασε ακόμη και το γεγονός της κατάκτησης του τροπαίου. Ήταν η εποχή που για να κερδίσεις οτιδήποτε χρειαζόταν κυριολεκτικά να φτύσεις αίμα. Και η Μίλαν υπήρξε από τους συλλόγους που το βίωσαν από πρώτο χέρι εκείνη την εφιαλτική βραδιά στο Μπουένος Άιρες.