Εμείς ξέραμε από την αρχή τον δολοφόνο της Δώρας

Ή πώς μια τραγωδία μετατρέπεται σε μιντιακό τσίρκο…
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Ένας άνδρας ηλικίας 58 ετών -πιθανότατα τοξικομανής σύμφωνα με το ρεπορτάζ- ομολόγησε τη δολοφονία της 32χρονης Δώρας. Εφόσον δεν προκύψει κάποια συνταρακτική ανατροπή, η υπόθεση θα πάρει το δρόμο της για τη δικαιοσύνη, με τον ένοχο να καταλήγει στη φυλακή και πολλούς από αυτούς που θα μείνουν απ’ έξω να αναρωτιούνται τι να κάνουν με τις παλαιότερες αναρτήσεις τους σχετικά με το θέμα.

Εάν -καλή τη πίστει- δεχθούμε ότι δεν υπήρξε τίποτα περίεργο στη διαδικασία απόσπασης της ομολογίας, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η αστυνομία είναι η μόνη που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί η προσέγγιση ενός εγκλήματος.

Αμετροέπεια

Οι υπόλοιποι το κάναμε με τον τρόπο που «προστάζει» η εποχή μας. Με αμετροέπεια. Η έλλειψη μέτρου μπορεί μέχρι ενός βαθμού να δικαιολογηθεί στον προφορικό λόγο. Εκεί που το να ανοίξεις το στόμα σου και να ξεφουρνίσεις ό,τι σου κατέβει είναι μια σχεδόν αυτόματη και ανακλαστική διαδικασία. Δεν θα έπρεπε, αλλά έτσι συμβαίνει. Έτσι μάθαμε να κάνουμε. Να μιλάμε και να εκφέρουμε γνώμη για οτιδήποτε, χωρίς να νιώθουμε ιδιαίτερα την ανάγκη του να βουτήξουμε μια και δυο φορές τη γλώσσα μας στο κεφάλι, πριν της επιτρέψουμε να μιλήσει για λογαριασμό του. Παρακάμπτοντας ακόμη και τη λογική στο άγχος μας να προλάβουμε να διατυπώσουμε θέση ή αντίδραση στα γεγονότα.

Τα social media, ακόμη κι αν δεν σχεδιάστηκαν γι΄αυτό, αποτελούν το καλύτερο μέρος για τη διεξαγωγή του μεγαλύτερου πειράματος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έναν καθρέφτη που θα μπορούσε να δείχνει οτιδήποτε, αλλά τελικά αντικατοπτρίζει συχνά τη χειρότερη εκδοχή του εαυτού μας. Εκείνη που σέρνει με την παραμικρή ευκαιρία την… ανετίλα του προφορικού μας λόγου, που με την ίδια ευκολία μετατρέπεται σε οργισμένο status. Με μια ουσιώδη διαφορά. Την άνεση που μας δίνει ο χρόνος, αλλά εμείς αρνούμαστε να χρησιμοποιήσουμε για να αναλογιστούμε, πριν «σταυρώσουμε» ή καταδικάσουμε οποιονδήποτε.

«Την σκότωσε ο πατέρας της»

Στην περίπτωση της 32χρονης κοπέλας η ετυμηγορία βγήκε πιο γρήγορα και από 100άρι του Μπολτ στα καλά του. Χρησιμοποιώντας κάθε πληροφορία ή «πληροφορία» που μετέφερε το δημοσιογραφικό σινάφι επικαλούμενο τις όποιες «πηγές» του, το τεκμήριο της αθωότητας πήγε περίπατο. Με το dna της πλατείας και του καφενείου του χωριού να τρέχει στο αίμα μας, προσαρμοστήκαμε από τον μικρόκοσμο των παππούδων και των πατεράδων μας στη Megacity του διαδικτύου. Που δεν γνωρίζει σύνορα και -δυστυχώς- ούτε ηθικούς φραγμούς ούτε συνέπειες.

Η σύλληψη ενός τοξικομανούς ήταν μια μεγάλη απογοήτευση. Τα ναρκωτικά γενικώς δεν «πουλάνε». Μόνο πωλούνται και αγοράζονται. Δεν βρισκόμαστε, όμως, στη δεκαετία του ’80, που κάθε σχετική είδηση θα προκαλούσε ενδιαφέρον. Η ίντριγκα περί ενός ενδοοικογενειακού δράματος και οι λεπτομέρειές του θα γαργαλούσαν πολύ περισσότερο την περιέργειά μας. Άσε που θα μας έδιναν τόσο πιο πολλά περιθώρια για σπέκουλα και σενάρια. Ενώ ο (φερόμενος ως) ομονοιακός πρεζάκιας είναι decadence κατάσταση που δεν συμβαδίζει με το φανταχτερό κόσμο της ύπαρξής μας που αυτοαναγορεύεται σε κέντρο του σύμπαντος και απόλυτο φωτεινό παντογνώστη.

Ο κατήφορος είναι πλατύς

Ωστόσο οι δημοσιογράφοι και το αδηφάγο κοινό δεν είναι οι μόνοι που έχασαν για άλλη μια φορά το μέτρο στις κρίσεις, τις δημόσιες τοποθετήσεις και τα γεμάτα χολή σχόλιά τους. Η δολοφονία της Δώρας έδωσε άλλη μια δυσάρεστη αφορμή για μια από τις πλέον ενοχλητικές διαπιστώσεις που αφορούν τις μέρες μας. Την μιντιακή διάσταση του πένθους. Ο ανείπωτος πόνος φαίνεται πως σε ολοένα και λιγότερες περιπτώσεις είναι πια βουβός. Το βαρύ πέπλο της απώλειας δεν εμποδίζει την ύπαρξη μιας στάσης μάλλον αταίριαστης με τον πόνο ενός άδικου ενός άδικου θανάτου. Μιας δολοφονίας.

Και σε αυτή την υπόθεση δεν έλειψαν οι δημόσιες τοποθετήσεις που έριξαν τροφή στα σενάρια. Οι «ύποπτες» δηλώσεις του πατέρα στις κάμερες, η «επίθεση» της αδελφής του άτυχου κοριτσιού, οι λεπτομέρειες για τα δάνεια ή τις διαπροσωπικές σχέσεις, ήταν άσχετα με το έγκλημα. Ωστόσο διατυπώθηκαν ως στοιχεία ενισχυτικά της αίσθησης ενοχής ή αθωότητας του υποτιθέμενου δολοφόνου. Και πρόκειται για «πειστήρια» που απλόχερα χαρίστηκαν στην κοινή γνώμη από το στενότερο δυνατό περιβάλλον ενός τραγικού θύματος…

Κανόνι…

Η σύνθεση των παραπάνω δημιουργεί μια ανησυχητική για την πορεία του δυτικού πολιτισμού εικόνα. Μια κοινωνία της οποίας τα μέλη λειτουργούν και σκέφτονται με πρώτο γνώμονα τα media είναι καταδικασμένη να ζει στην εικονική πραγματικότητα που εκείνα συντηρούν. Κάποιοι θα τρέξουν να υποστηρίξουν ότι αυτό είναι σημάδι ενός κόσμου που έχει βαρέσει κανόνι. Αλλά, αυτή είναι απλά η γνώμη τους που θα χαθεί ανάμεσα στις τόσες άλλες για πολύ πιο γαργαλιστικά και ιντριγκαδόρικα θέματα, τα οποία θα κερδίσουν με το σπαθί τους μια θέση στο timeline μας κι ένα like μέσα από την καρδιά μας. Ακόμη κι αν πρόκειται για τον «φίλο» που με το status του θα μας αποκαλύψει την απόλυτη βεβαιότητά του για κάποιον δολοφόνο, χωρίς καν να είναι η Αγγελική Νικολούλη.