Το πιο εθιστικό τραγούδι των 00s σε καλούσε να χορέψεις με τον… διάβολο!

Τι θα λέγατε ν’ ανεβαίναμε στην ίδια χρονομηχανή και να πηγαίναμε στις αρχές του μιλένιουμ- αλήθεια, θυμάστε ποιο ήταν το πιο γνωστό τραγούδι τότε;

Ω, Θεέ μου, αυτοί οι καταραμένοι οι αριθμοί! Νομίζεις πως αν δεις έστω κι έναν ακόμα θα τρελαθείς περισσότερο κι από τον Ευλογητό στην «Λάμψη» (όχι του Κιούμπρικ, την κανονική, του Φώσκολου).

Που να πάρει, πότε μεγάλωσες κι έφτασες τα 30+ και το μόνο που σε νοιάζει είναι να έχεις έτοιμη την παρουσίαση με τα ποσά για τη εξαγορά της Giant από τον κ. Παπαδόπουλο; Πότε πρόλαβες και έγινες ένας ξενέρωτος λογιστής που τα βλέφαρά του χάνουν κατά κράτος τη μάχη από τον Μορφέα όταν το ρολόι δείξει 12 το βράδυ; Μόλις πριν λίγες στιγμές- ίσως ένα κλείσιμο του ματιού όλο κι όλο- ήσουν μαθητής λυκείου.

Ναι, το θυμάσαι καθαρά: στα 16 σου χρόνια, πρωτάκι, ετοιμαζόσουν για να πας στο πάρτι του Γιώργου. Του είχες αγοράσει από τη Ρεζέρβα ένα εξαιρετικό δώρο που καταδείκνυε το πηγαίο σου χιούμορ (Μια κάρτα που έλεγε «Έχεις τα γενέθλιά σου σήμερα, ε;» μπροστά και μέσα μια «ύποπτη» τούρτα που από πάνω της έγραφε «Χεστήκαμε!») και πρόβαρες τις ατάκες που θα έλεγες στην Αθανασία μόλις θα την έβλεπες, προκειμένου να τη ρίξεις (είχες καταλήξει στο «Μία είναι η ουσία, υπάρχει Αθανασία…»).

Σκέφτεσαι- εκεί, μπροστά από τ’ «αδηφάγα» φύλλα excel του υπολογιστή σου- μελαγχολικά «Και τι δε θα ’δινα για να ξαναπάω στην πρώτη λυκείου» και μετά, κατά κάποιον τρόπο πηγαίνεις.

Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κλείσεις τα μάτια και ν’ ακούσεις…

Six centuries ago, the last visitor from earth entered my world/ Now it’s your turn to feel the pain/ The gates are open

Μοιάζει να έχουν περάσει 6 ολόκληροι αιώνες, όμως είναι μόλις το 2001 και οι «πύλες» ανοίγουν: ο Γιώργος σου λέει στο κατώφλι της πόρτας «Πού είσαι ρε κολλητέ!», εσύ ανταπαντάς «Εδώ είμαι, αυτοκόλλητε!» και μετά μπαίνετε στο σπίτι.

Γίνεται ήδη πανζουρλισμός: μπορεί να είστε «πρωτάκια», όμως έχουν έρθει παιδιά κι από τη δευτέρα και, που να σε πάρει και να σε σηκώσει, κι από την τρίτη!

Αυτομάτως, αρχίζεις να ψάχνεις το μοναδικό πρόσωπο που σ’ ενδιαφέρει.

Αρχίζεις να ψάχνεις εκείνη.

Pain, anger, hate, fear, chaos, darkness, evil, hell/ The gates are open/ Gate one: darkness, the world of demons/ Gate two: my guides are watching you

Ενόσω προσπαθείς να την εντοπίσεις, αισθάνεσαι πόνο και οργή και μίσος και φόβο και κάπως χαοτικά και σε τυλίγει το σκοτάδι κι έπειτα ακολουθεί μια σατανική κόλαση: η Αθανασία με την κοντή της φούστα, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αντικατασταθεί από έναν σελιδοδείκτη και κανείς να μην καταλάβει τη διαφορά, φαίνεται να τρίβει το- ενδεδυμένο με διχτυωτό καλσόν- πόδι της στον Παυλάρα του Γ4- τον Παυλάρα, ρε φίλε, που νομίζει ότι ο ναζισμός είναι κίνημα που αντιπροσωπεύει αυτούς που τους αρέσει το νάζι!

Αίφνης, δεδομένης της εποχής κι αφού «σου ’χουν ρίξει στάχτη στο ποτό», αρχίζεις να βλέπεις κύκλους. Που γυρνάνε.

Πώς γυρνάνε;

Έτσι:

Gate three: only evil lives here/ Gate four: there’s no way out/ Gate five: feel the fire/ Gate six: pick up your weapons and fight

Αρχίζεις να πιστεύεις ότι μόνο το κακό ζει εκεί έξω και πως δεν υπάρχει έξοδος από αυτό που βλέπεις. Κοιτώντας την Αθανασία και τον Παυλάρα, αισθάνεσαι την φωτιά, σαν δυο πυρωμένα τριαντάφυλλα, ν’ ανθίζει στα μάγουλά σου.

«Που να με πάρει», σκέφτεσαι, «αυτή είναι η δική μου Αθανασία». Έτσι, κάνεις ένα βήμα προς το μέρος τους και διαλέγεις τα όπλα σου: θα πολεμήσεις για χάρη της.

Θα πολεμήσεις μέχρις εσχάτων.

Fight, fight, and dance with the devil/ The gates are open/Gate one, gate two, gate three, gate four, gate five, gate six, six, six…

Πρέπει να είναι ο Εξαποδώ προσωποποιημένος: παρά το γεγονός πως η Αθανασία βρίσκει άκρως ενδιαφέροντα τα όσα λες (ή, τουλάχιστον, αρκετά πιο ενδιαφέροντα σε σύγκριση με το να βλέπεις ένα ντοκιμαντέρ για το μπαμπάκι στην τηλεόραση…), ο Παυλάρας σε κοιτάζει με ύφος 3 εξαριών στη σειρά.

Εσύ, απτόητος, συνεχίζεις: «Ναι, σας λέω, είναι τραγούδι των D- Devils. Είναι βέλγικο συγκρότημα και ο ιδρυτής του είναι μόλις 19 ετών. Παίζουν, λέει, rave trance και αυτό είναι η μεγαλύτερη επιτυχία τους. Ελάτε τώρα, δεν γίνεται να μην το έχετε ακούσει- είναι νούμερο 1 στα charts στην Ελλάδα και τον Καναδά για περισσότερο από 2 μήνες…»

Εκείνη τη στιγμή, σα να θέλει να σε διαψεύσει, από τα ηχεία στο σπίτι του Γιώργου αρχίζει να παίζει το αντίπαλο δέος. Άπαντες, σαν να τους χτύπησε μαζικά ένα ηλεκτροφόρο χέλι, «τσιτώνουν» κι αρχίζουν να χτυπιούνται.

Κάποιος λέει “Rock the microphone”. Ένας δεύτερος ουρλιάζει “Freestyler!”

Και μετά αρχίζει να ρέει στις εφηβικές σας φλέβες παρατεταμένος παροξυσμός.

Now fight me again/ Fight, fight… and dance with the Devil!

Ησυχία- μέχρι ν’ αλλάξει ο Γιώργος το CD. Η Αθανασία σε πλησιάζει. Για κάποιο λόγο που αδυνατείς να καταλάβεις, αισθάνεσαι το διχτυωτό της καλσόν να τρίβει τώρα το δικό σου πόδι. Τα χείλη της, κάτι λένε άηχα, εσύ τραυλίζεις μια πρόταση περί Παυλάρα, αυτή λέει «Σσσς» κι έπειτα σ’ αναγκάζει να σταματήσεις με τον πειστικότερο των τρόπων: σε φιλάει- αργά, επιδέξια και παθιασμένα.

Το σπίτι γυρίζει λες και βρίσκεσαι σε τραινάκι του λούνα παρκ. Η μουσική δυναμώνει ολοένα και περισσότερο- επιτέλους, το κομμάτι σου. Το κομμάτι που σημάδεψε περισσότερο από κάθε άλλο τα εφηβικά πάρτι των 00s.

Την πιάνεις από τη μέση και της ψιθυρίζεις στ’ αυτί: «Έι, τι λες, θες να χορέψουμε;»

«Φυσικά, αλλά τι;», σε ρωτάει και σου χαϊδεύει το πρόσωπο σα να είστε μόνοι σας στο γεμάτο δωμάτιο.

«Να χορέψουμε με τον Διάβολο! Με τον Διάβολο στο σεληνόφως… », ουρλιάζεις και αρχίζεις να χτυπιέσαι με την ανεξάντλητη ενέργεια ενός 16χρονου.

Σε μιμείται.

Κάπου στα βάθη του χρόνου οι ξεροί αριθμοί στη οθόνη ενός συγκεκριμένου υπολογιστή αρχίζουν να λιώνουν σαν ρολόγια ζωγραφισμένα από το χέρι του Νταλί.