«Αισθάνθηκα ντροπή»: Η εκτέλεση του ΠΑΟΚ απ’ τα 11 βήματα που έσβησε το έπος του Μονάχου

Θα ήταν η μεγαλύτερη πρόκριση ελληνικής ομάδας στα κύπελλα Ευρώπης

Η μεγαλύτερη νίκη ελληνικής ομάδας στην Ευρώπη, βάσει του συντελεστή δυσκολίας, είναι εκείνη του Παναθηναϊκού στο Άμστερνταμ το 1996 κόντρα στον εν ενεργεία πρωταθλητή Ευρώπης Άγιαξ.

Ποια είναι όμως η μεγαλύτερη πρόκρισης ελληνικής ομάδας στα ευρωπαϊκά κύπελλα; Εδώ, οι απαντήσεις θα μπορούσαν να είναι αρκετές, φυσικά και υπό διαφορετικό οπαδικό πρίσμα. Κάποιος θα πει η πρόκριση του Παναθηναϊκού επί της Γιουβέντους στο κύπελλο UEFA το 1987, άλλος του Ολυμπιακού επί της Άστον Βίλα, που τον έφερε και σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης ή εκείνης επί της Άρσεναλ το 2020 για το Europa League.

Οι οπαδοί του ΠΑΟΚ θα θυμηθούν – και με το δίκιο τους – την επική πρόκριση επί της Άρσεναλ, σε μια σεζόν (1997-98) που οι λονδρέζοι κατέκτησαν το νταμπλ, αλλά οι παλαιότεροι δεν θα αφήσουν εκτός κουβέντας το ιστορικό κάζο που σκάρωσε το 1971 ο Πανιώνιος στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Μια ομάδα που με Ιρουρέτα, Αδελάρδο, Αραγονές μεταξύ άλλων είχε κατακτήσει το 1970 το ισπανικό πρωτάθλημα και που το 1974 έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Βεβαίως, υπάρχουν άλλες δύο περιπτώσεις που θα ήταν εκτός συναγωνισμού αν ολοκληρωνόταν οι υπερβάσεις των ελληνικών ομάδων. Απείχαν μία κλωστή – εκείνη του Παναθηναϊκού κόντρα στην Μπαρτσελόνα το 2002, που θα τον έφερνε στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ και η πρόκριση του ΠΑΟΚ απέναντι στην Μπάγερν για το δεύτερο γύρο του Κυπέλλου UEFA τη σεζόν 1983/84. Η διαφορά μεταξύ των δύο εγχειρημάτων είναι ότι ο ΠΑΟΚ δεν τα κατάφερε κατά πάσα πιθανότητα λόγω της ανεκδιήγητης διαιτησίας του Σκωτσέζου Άρθουρ Ρόμπινσον.

Η Μπάγερν δεν ήταν τότε η «δυνάστης» που είναι σήμερα στο γερμανικό ποδόσφαιρο, είχε κατακτήσει όμως ήδη τα μισά από τα έξι Κύπελλα Πρωταθλητριών που έχει στο παλμαρέ της, ενώ το 1982 έφτασε ξανά στον τελικό και ηττήθηκε από την Άστον Βίλα. Πήρε παράλληλα πέντε εγχώρια πρωταθλήματα τη δεκαετία 1971-81. Θα έμενε με άδεια χέρια την τριετία 1982-84 ελέω Αμβούργου και Στουτγάρδης, θα επέστρεφε όμως με three-peat την επόμενη τριετία. Τη σεζόν που την αντιμετώπισε ο ΠΑΟΚ έμεινε στο -1 από Στουτγάρδη, Αμβούργο και Γκλάντμπαχ, που ισοβάθμησαν στην κορυφή!

Εντελώς συμπτωματικά, οι Βαυαροί βρήκαν τότε απέναντί τους τον προπονητή που από το 1978 έως το 1983 ήταν στον δικό τους πάγκο. Ο ΠΑΟΚ κατάφερε να δελεάσει το καλοκαίρι του ’83 τον Ούγγρο Παλ Τσερνάι και αυτό αποδείχτηκε το τακτικό του πλεονέκτημα απέναντι σε μια πολύ πιο προηγμένη ποδοσφαιρική σχολή. Ο τεχνικός που είχε επαναφέρει μετά από 5 χρόνια «ξηρασίας» την Μπάγερν στην κορυφή της Μπουντεσλίγκα (1980) και που έπαιξε back to back σε ημιτελικό και τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών, προφανώς γνώριζε σαν την παλάμη του την πρώην ομάδα του. Και φάνηκε ότι και στο πνευματικό κομμάτι είχε προετοιμάσει άρτια την ομάδα του απέναντι στην παρέα του του Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε, του μικρότερου αδελφού του Μίχαελ, του Αουγκεντάλερ, του Ντίτερ Χένες, του Λέρμπι και του Ζαν Μαρί Πφαφ.

Το πρώτο ματς έγινε στην Τούμπα. Η Μπάγερν ήταν ανώτερη στα σημεία, αλλά ο ΠΑΟΚ κράτησε το μηδέν και στις 2 Νοεμβρίου 1983 ταξίδεψε φυσικά ως το απόλυτο αουτσάιντερ στο Μόναχο.

Η ομάδα του Ούντο Λάτεκ ήταν πιεστική στο ξεκίνημα, αλλά προϊόντος του χρόνου ο ΠΑΟΚ έδειχνε όλο και πιο ικανός να μπλοκάρει για δεύτερη φορά το «θηρίο». Τα κατάφερε χωρίς ταμπούρι, έχοντας και δύο πολύ καλές στιγμές το 90λεπτο. Ο Μίχαελ Ρουμενίγκε είχε δοκάρι στο 85’, με τον «Δικέφαλο» να οδηγεί το ματς στην παράταση και τον Κυριάκο Αλεξανδρίδη να χάνει στο 113’ τη μεγάλη ευκαιρία για το γκολ πρόκρισης. Το 0-0 δεν άλλαξε ούτε στο έξτρα ημίωρο με τον Ούλι Χένες να ομολογεί μετά το τέλος του ματς «Απέναντί μας βρήκαμε 11 κομπιούτερ. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον ΠΑΟΚ».

Η «ρώσικη ρουλέτα» των πέναλτι θα αποφάσιζε ποια ομάδα θα έπαιρνε την πρόκριση. Ή… μάλλον ο Σκωτσέζος ρέφερι, ο οποίος βρήκε έναν ομολογουμένως πρωτότυπο τρόπο να επηρεάσει καταλυτικά μια τέτοια διαδικασία, αδικώντας κατάφορα την ελληνική ομάδα. Το πρώτο πέναλτι των Βαυαρών ανέλαβε να το χτυπήσει ο Κλάους Αουγκεντάλερ. Ο Μλάντεν Φούρτουλα (και όχι Φορτούλα) το απέκρουσε, αλλά ο Ρόμπινσον διέταξε επανάληψη, μολονότι ο Σέρβος γκολκίπερ δεν είχε κουνηθεί καθόλου. Ίδια ήταν η κατάληξη και στη δεύτερη εκτέλεση του Γερμανού αμυντικού, με τον Φούρτουλα να μένει ξανά «στήλη άλατος» πριν από την επαφή της μπάλας, όπως φαίνεται καθαρά στο βίντεο.

Και τότε ο διαιτητής κάνει κάτι που είναι αμφίβολο αν έχει συμβεί ξανά στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Εφευρίσκει δεύτερη φορά παράβαση, σε περιπτώσεις που ο αμυνόμενος δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα μεμπτό.

Παρ’ όλα αυτά, ο Φούρτουλα αποκρούει και το επόμενο πέναλτι, του Χένες, και ο ΠΑΟΚ φτάνει στο 4-3, έχοντας στο τελευταίο πέναλτι την ευκαιρία να προκριθεί, σκοράροντας. Ο Γιάννης Δαμανάκης αναλαμβάνει την εκτέλεση και ο Ζαν-Μαρί Πφαφ αποκρούει το χτύπημα. Ο Βέλγος τερματοφύλακας όμως έχει εμφανώς κινηθεί προτού ο Δαμανάκης εκτελέσει, για να ολοκληρωθεί με αυτό τον τρόπο η «σφαγή» του ΠΑΟΚ στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου.

Τελικά ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε με 9-8 στα πέναλτι. Στο 9ο πέναλτι ο νεαρός τότε Κώστας Μαλιούφας νικήθηκε από τον Πφαφ και το όνειρο έλαβε τέλος, στο τελευταίο ευρωπαϊκό παιχνίδι του Γιώργου Κούδα, του Φούρτουλα και του Νέτο Γκουερίνο.

Το 2018, τριανταπέντε χρόνια αργότερα, ο Αουγκεντάλερ, παραδέχτηκε σε συνέντευξη του σε γερμανικό μέσο, ότι ένιωσε κι εκείνος έκπληκτος από τις αποφάσεις του Ρόμπινσον στο δικό του πέναλτι. «Ένιωσα ντροπή γιατί στην διαδικασία των πέναλτι ο διαιτητής έδωσε δύο φορές επανάληψη σε δικό μου πέναλτι. Αισθάνθηκα άσχημα, δεν ήθελα να εκτελέσω ένα πέναλτι τρεις φορές αλλά το έκανα…».