Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να αναλύσει κανείς πριν από έναν ημιτελικό Final-4, αλλά τα «αξιώματα» είναι δύο: να πάρεις τα «δικά» σου ριμπάουντ και κυρίως να βάλεις τα ελεύθερα σουτ.
Λόγω της ομαδικότητας και της καλής κυκλοφορίας που τον διακρίνει, ο Ολυμπιακός βγάζει κατά κανόνα είτε αρκετά, είτε πολλά ανοιχτά σουτ. Στον ημιτελικό με τη Φενερμπαχτσέ χρειάζεται ένα καλό ποσοστό ευστοχίας και για έναν έξτρα λόγο. Την αποσυμπίεση. Θα ήταν ευχής έργον για τους «ερυθρόλευκους» να ξεκινήσουν «ζεστοί» από το τρίποντο, να πάρουν ψυχολογία και ει δυνατόν μια καλή διαφορά ώστε να αποβάλλουν μέρος του άγχους. Σε συνθήκες ντέρμπι η πίεση θα αυξάνεται όσο ξοδεύεται ο χρόνος και η Φενέρ θα αποκτά όλο και μεγαλύτερη πίστη ότι μπορεί να πάρει εκείνη το εισιτήριο για τον τελικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα τέσσερα σερί χαμένα Final-4 οι «ερυθρόλευκοι» δεν τα πήγαν καθόλου καλά στον τομέα του μακρινού σουτ. Το 2022 είχαν 7/25 τρίποντα στον ημιτελικό με την Εφές και ένα χρόνο αργότερα 12/36 στον τελικό με τη Ρεάλ. Η συντριπτική πλειονότητα των σουτ στο Κάουνας ήταν βέβαια ελεύθερα, αφού η Ρεάλ έπαιζε μια αναχρονιστική ζώνη, βγαλμένη από τα προπονητικά εγχειρίδια της δεκαετίας του ’80, με τον Ταβάρες σε ρόλο «τερματοφύλακα». Για αυτό και το 33,3% δεν ήταν καθόλου καλό.
Στον ημιτελικό με τους Μαδριλένους στο Βερολίνο, το ποσοστό του Ολυμπιακού δεν ήταν καθόλου άσχημο (14/33), ήταν όμως η περιφερειακή άμυνα του στο πρώτο ημίχρονο. Η Ρεάλ έβαλε τότε 9/13 τρίποντα και έκλεισε το ημίχρονο με +19. Και τέλος, στο Αμπού Ντάμπι, κόντρα τη Μονακό, ο Φουρνιέ είχε 4/9 και όλοι οι υπόλοιποι 1/18!
Σε αυτά τα τέσσερα παιχνίδια ο Τόμας Ουόκαπ είχε 1/15 τρίποντα. Τα δύο τα σούταρε από το κέντρο σε τέλος δεκαλέπτου, ήτοι 1/13. Αν είχε βάλει ένα από τα πέντε άστοχα στον τελικό με τη Ρεάλ, ο Ολυμπιακός θα είχε πιθανότατα πάρει την κούπα. Ο Αμερικανός πλέι-μέικερ είναι το κλασικό «σημάδι» των αντίπαλων προπονητών στην επίθεση του Ολυμπιακού.
Ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους έχει ένα λόγο παραπάνω να του δώσει το σουτ. Απέναντι στην πανίσχυρη front line του Ολυμπιακού θα χρειαστεί να προστατέψει τη ρακέτα του, αλλά και τον κομβικό Νικολό Μέλι, που είναι ό,τι πιο ποιοτικό διαθέτει η Φενέρ στους ψηλούς. Ο βετεράνος Ιταλός είναι ένας από τους πιο πολύτιμους παίκτες της τουρκικής ομάδας,o «σκιώδης» MVP. Παρά τα 35 χρόνια και το σκαρί του, αποτελεί τον βασικό άξονα στην άμυνα αλλαγών και το βαρόμετρο στην πίσω πλευρά του παρκέ.
Ο παίκτης που θα μαρκάρει τον Ουόκαπ και γενικά τον «άσο» του Ολυμπιακού, είτε αυτός είναι ο Κόρι Τζόσεφ, είτε κατά περίσταση ο Σακίελ ΜακΚίσικ, θα δίνει βοήθειες έτσι ώστε να δυσκολεύει η κυκλοφορία και η τροφοδότηση του Βεζένκοφ και του εκάστοτε σέντερ. Ασφαλώς η Φενέρ διαθέτει τα κορμιά και την αθλητικότητα για να υπηρετήσει αυτό το πλάνο. Αν όμως έχει φτάσει η ώρα να βάλει ο Ουόκαπ και γενικώς η «ερυθρόλευκη» περιφέρεια τα σουτ, τότε η άμυνα θα αναγκαστεί να ανοίξει και το έργο της ομάδας του Γιώργου Μπαρτζώκα θα απλοποιηθεί.
Ίσως λοιπόν, ο Τζόσεφ, με τις πλούσιες παραστάσεις του και το μπασκετικό θράσος, να εξελιχθεί στο «κλειδί» της αναμέτρησης. Ο Καναδός δεν φοβάται την ευθύνη, εφορμά προς το καλάθι και παίρνει χωρίς δισταγμό τα σουτ που του αναλογούν (ίσως και παραπάνω…). Αν βρεθεί σε καλή ημέρα θα είναι μεγάλο boost για τον Ολυμπιακό. Όπως βέβαια και αν συνεχίσει ο «Θωμάς» από εκεί που σταμάτησε με τη Μονακό, καθώς είχε στα πλέι-οφ 61,5% πίσω από τη γραμμή των 6,75μ., με 8/13 τρίποντα!