Κι ενώ το Μουντιάλ 2026 «τρέχει», κι ενώ οι εικόνες έρχονται και φεύγουν, μπαίνεις παράλληλα και σε μία κάποια διαδικασία σκέψης, εκεί στα break της δράσης. Τι σου αρέσει, τι όχι. Σύμφωνοι, ο απολογισμός γίνεται στο τέλος, εξ ορισμού, μα ανθρώπινο είναι μερικές φορές να βγάζεις συμπεράσματα, να προσπαθείς έστω, όσο κάτι ακόμα βρίσκεται εν εξελίξει. Είναι μια δυναμική διαδικασία, που είναι δύσκολο να την προσεγγίσεις ξέχωρα από το συναίσθημα – μα, αλήθεια, τι είναι η μπάλα αν όχι αυτά που προξενεί στη ψυχούλα μας;
Μεγάλη απογοήτευση, λοιπόν, ιδού το θέμα αυτών των γραμμών. Παρότι πολύ νωρίς ακόμα στα πράγματα, είπαμε να κάνουμε μια απόπειρα. Κι αυτό καθότι αυτό που τελικά διαλέξαμε ως τέτοια (απογοήτευση δηλαδή), είναι κάτι που δεν νομίζουμε πως μπορεί να αλλάξει στην πορεία του τουρνουά. Γιατί έχει, ήδη, αποκτήσει χαρακτήρα τελεσίδικο.
Εξηγούμαστε: Θα μπορούσαμε να βάλουμε τον Κριστιάνο Ρονάλντο, που στην πρεμιέρα της Πορτογαλίας με το Κονγκό ήταν σκιά του υπερπαικτή που ξέραμε επί σειρά (πολλών) ετών. Μόνο που περιμένουμε να τον δούμε και στη συνέχεια, αρχής γενομένης από το αποψινό (23/6) ματς με το Ουζμπεκιστάν, ενώ είναι τέτοιο το αποτύπωμά του στο άθλημα που θα ήμασταν ιερόσυλοι αν δεν του δίναμε όσες ευκαιρίες χρειάζεται – κι ας μην φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό να αλλάξει η ροή των πραγμάτων.
Θα μπορούσαμε να βάλουμε το Βέλγιο που δεν έχει καταφέρει να πάρει ακόμα νίκη παρότι απέναντί του βρήκε θεωρητικά βατούς αντιπάλους (Αίγυπτος, Ιράν). Αλλά θέλουμε ακόμα να το δούμε, τελευταία ευκαιρία, κόντρα στη Νέα Ζηλανδία με τον «φρεσκοπατέρα» Ζερεμί Ντοκού που στο πρώτο ματς ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε καλά καλά να ανασάνει ενώ στο δεύτερο ήταν απών. Οι Κόκκινοι Διάβολοι, με τους Ντε Μπρόινε και Λουκάκου ντεφορμέ, εξαρτώνται σχεδόν πλήρως από τον winger της Μάντσεστερ Σίτι, όπως φάνηκε δεν έχουν plan B. Είναι κακό; Είναι αυτό που είναι, προς ώρας.
Θα μπορούσαμε να βάλουμε την Τουρκία που έχει ήδη αποκλειστεί, μετά από 2 μόλις αγωνιστικές, χωρίς μάλιστα να έχει βρει ακόμα δίχτυα. Σάμπως θέλγει η Ουρουγουάη του Μαρσέλο Μπιέλσα; Δεν νίκησε ούτε τη Σαουδική Αραβία ούτε το Πράσινο Ακρωτήρι και τώρα ακολουθεί η Ισπανία, πρόβλημα.
Θα μπορούσαμε να βάλουμε τα cooling breaks σε κάθε ματς, χρειάζονται δεν χρειάζονται, αλλά ΟΚ, δεν είναι η πρώτη φορά που η FIFA προσπαθεί να βγάλει από τη μύγα ξύγκι για να αυγατίσει τα κέρδη της.
Μα, στα μάτια μας, πάνω από τα πρόσωπα και τις ομάδες, η μεγαλύτερη απογοήτευση είναι αυτή η βαθιά μελαγχολική διάθεση που γεννάται από την επιβεβαίωση ότι το Μουντιάλ δεν είναι πια αυτό που ήταν. Κάποτε ήταν το τουρνουά που περιμένεις πώς και πώς μια φορά στα 4 χρόνια για να μάθεις παίκτες, να απαντήσεις σε «μυστήρια», να δεις την κατεύθυνση που παίρνει το άθλημα, τακτικά και ως φιλοσοφία. Οι Εθνικές ομάδες είχαν επίσης ξεκάθαρη και διακριτή αγωνιστική ταυτότητα ως επί το πλείστον, μπορούσες να μιλήσεις για ποδοσφαιρικό DNA. Τώρα τα όρια είναι ασαφή.
Πρόδηλο γίνεται το συμπέρασμα είναι πως το Παγκόσμιο Κύπελλο κατάντησε πια «ουρά» των μεγάλων διασυλλογικών διοργανώσεων, κυρίως του Champions League – εκεί είναι το ζουμί, εκεί και το παιχνίδι. Το Μουντιάλ δεν έχει πλέον θέση ηγέτη στην αγορά, ενώ η επέκταση του αριθμού των ομάδων σε 48 δίνει μεν χώρο σε ωραίες ιστορίες (όπως του Πράσινου Ακρωτηρίου) αλλά αν εξετάσεις στυγνά κυνικά, αδυνατίζει παρά ωφελεί το σύνολο του παρεχόμενου προϊόντος, ρίχνοντας το συνολικό επίπεδο.
Ναι, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Ο ρομαντισμός είναι ακόμα ισχυρός το ίδιο και η νοσταλγία, και κάπως έτσι αυτό το πανήγυρι των λαών, των τραγουδιών στην εξέδρα και των ζυμώσεων διατηρεί ένα πολύ μεγάλο βαθμό γοητείας. Ειδικά οι μεγαλύτεροι δεν θα σταματήσουν να βλέπουν ποτέ Μουντιάλ, όταν έχεις αγαπήσει κάτι από μικρό παιδί έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα σου. Οι νεότεροι όμως; Θα μπορέσουν να νιώσουν, να συνδεθούν με τον ίδιο τρόπο; Αμφίβολο, τουλάχιστον. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν με χίλια και δεν περισσεύει χώρος να κάτσεις να δεις κάτι πραγματικά και να το «χωνέψεις» πριν πας παρακάτω, το Μουντιάλ γίνεται «κάτι ακόμα» και μάλιστα όχι το κορυφαίο του πλαισίου. Κι αυτό περισσότερο από όλα, είναι στενάχωρο.
Οι εξελίξεις στο άθλημα είναι σαρωτικές και δεν αρκεί μια εφήμερη χαρά όπως για παράδειγμα το ότι ο μέσος όρος τερμάτων είναι αρκετά μεγάλος μέχρι στιγμής, για να καμουφλαριστεί το γεγονός το ότι ως τουρνουά έχει μείνει πίσω ή έστω δεν έχει ακόμα κάνει βήματα προς μια πραγματικά ανανεωτική πορεία. Οι 48 ομάδες δεν είναι αναβάθμιση. Και πού να γίνουν 64, όπως συζητείται, δεν θα μαζεύεται μετά. Κι όλο αυτό μέσα σε ένα πλαίσιο που αποκλείει το μέσο φίλαθλο, αφού το κόστος για να ταξιδέψει κανείς και να δει από κοντά ένα παιχνίδι έχει εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη…
