Τα προηγούμενα καλά τους χρόνια, εκεί στα 90’s, ήταν συνυφασμένα με το physical game, το μαχητικό πνεύμα, ελάχιστοι το θυμούνται, αλλά κάποια στιγμή έφτασαν στο νο2
(!) της κατάταξης της FIFA. Από μπάλα πάντως, λίγα πράγματα, μην γελιόμαστε. Ό,τι έκαναν, το χρωστούσαν στη δύναμη, στο πείσμα, στην επιμονή. Κάτι που τους εξασφάλιζε κάποιες συμπάθειες, ορισμένες μεγάλες νίκες, κυρίως αυτό το απίθανο one hit wonder του 1998, στο Μουντιάλ της Γαλλίας, όταν και κέρδισαν τη Βραζιλία στη φάση των ομίλων (2-1 στη Μασσαλία). Αυτό έκαναν και φέτος. Μόνο που το κάδρο δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετικό για τη Νορβηγία. Κι ας είχε να εμφανιστεί στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου από εκείνη ακριβώς τη διοργάνωση.
Γιατί αυτό που τότε ήταν μια ανωμαλία της στιγμής για την κατά τα άλλα εξαιρετική Σελεσάο της εποχής, τώρα ήταν μια λογική κατάληξη. Νίκησε ο καλύτερος, όχι ο «μικρός» που έκανε το θαύμα της μιας βραδιάς. Η ομάδα που διαθέτει έναν (υπέρ)παίκτη που οι Βραζιλιάνοι απλά και μόνο ονειρεύονται ότι κάποια στιγμή θα (ξανά)βρουν. Αν και είναι πάρα μα πάρα πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο. Ο Έρλινγκ Χάααλαντ είναι ένα θαύμα της φύσης που, λέμε εμείς, ήρθε σε αυτόν τον κόσμο πολλά χρόνια νωρίτερα απ’ αυτό που θα έπρεπε βάσει των νόμων της εξέλιξης!
Προφανώς και αναντίρρητα, ο killer της Μάντσεστερ Σίτι είναι το best of της Νορβηγίας. Δείτε, ωραίο παράδειγμα, τα γκολ του με τη Βραζιλία. Πώς «μυρίστηκε αίμα» και άλλαξε ύφος, στάση σώματος και ταχύτητα για να βγει μπροστά από τον αντίπαλο και να πάρει την κεφαλιά. Πώς σημάδεψε και εκτέλεσε αμέσως μετά, έξω από τη μεγάλη περιοχή, στέλνοντας κάτι σαν οβίδα στο τέρμα του Άλισον. Ο εξωγήινος (μάλλον…) αυτός τύπος δεν έρχεται εν ειρήνη για τους αντιπάλους…
Μα όσο καλός κι αν είναι ο Χάαλαντ, δεν θα μπορούσε ποτέ μόνος. ΟΚ, ούτε οι άλλοι θα μπορούσαν ποτέ χωρίς αυτόν, χρειάζεται (ο) ένας που θα γίνει ο ηγέτης όλων, η Ιστορία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Ουσία όμως είναι πως υπάρχουν πραγματικά ένα σωρό πολύ καλοί παίκτες σε αυτή τη φουρνιά των Βίκινγκ, μια χρυσή φουρνιά που μόνο κατά τύχη δεν προέκυψε.
Μια χώρα 5,6 εκατ. ανθρώπων μπαίνει στο επίκεντρο του ποδοσφαιρικού πλανήτη επειδή κάποια στιγμή αποφάσισε πως είχε βαρεθεί να παίζει το ρόλο του φτωχού συγγενή. Και δεν αντέδρασε έτσι λόγω κάποιου είδους σνομπισμού, επειδή στην πραγματικότητα είναι μια από τις πλουσιότερες χώρες του πλανήτη. Όχι. Απλά ήθελε να γίνει ξανά αξιοσέβαστη, να αναγκάσει τον υπόλοιπο κόσμο να κοιτάξει ξανά με ενδιαφέρον προς τη μεριά της. Να χαρεί το παιχνίδι…

Πώς η Νορβηγία άλλαξε και όρισε την ποδοσφαιρική της τύχη
Γύρω το 2010, η αυτοκριτική, η ενδοσκόπηση άρχισαν να γίνονται όλο και πιο έντονα ως φαινόμενα. Το νορβηγικό ποδόσφαιρο δεν πήγαινε καθόλου καλά και οι αρμόδιοι αποφάσισαν πως αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Τι έκαναν λοιπόν; Κοίταξαν να δουν τι κάνουν οι άλλοι. Τι μπορούσαν να κοπιάρουν; Από τι να εμπνευστούν προσαρμόζοντάς το στα δικά τους δεδομένα; Αυτό που ακολούθησε ήταν μια σαφής ιεράρχηση τεχνογνωσίας και προτεραιοτήτων, με την συνειδητοποίηση του ότι το μεγάλωμα καλών ποδοσφαιριστών απαιτεί ειδικές ικανότητες, γνώση που μοιράζεται και στενότερη συνεργασία ανάμεσα στις ομάδες, στις Ακαδημίες, στις περιφέρειες και στην Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Η λέξη-κλειδί σε όλα αυτά ήταν το «όλοι μαζί». Έχθρες και αντιπαλότητες έκαναν στην άκρη μπρος στο κοινό, εθνικό συμφέρον. Αυτή ήταν η βάση, η αφετηρία. Εξ αυτής «υφάνθηκαν» τα υπόλοιπα. Σε μορφή 4λογίας:
- Σε μια χώρα μακριών και δύσκολων χειμώνων, ακραίων καιρικών φαινομένων, τα γήπεδα, ανοιχτά και κλειστά, με τεχνητό χλοοτάπητα έγιναν κομβικό κομμάτι των υποδομών, διασφαλίζοντας πως η δράση δεν σταματάει όταν αρχίζει να χιονίζει, δηλαδή πολύ συχνά. Είναι χαρακτηριστικό πως την περίοδο 2016-2025 και μόνο, κατασκευάστηκαν 539 καινούρια γήπεδα με τεχνητό χλοοτάπητα, ενώ ανακαινίστηκαν άλλα 586. Το τόπι πια τσουλάει όλο το έτος, non stop.
- Πιο έξυπνες προπονητικές μεθόδους. Παλαιότερα οι Νορβηγοί αντιμετώπιζαν το ποδόσφαιρο ως ένα οποιαδήποτε άλλο άθλημα. Κατάλαβαν πως αυτό ήταν μια αχρείαστη γενίκευση, μια υπεραπλούστευση. Το ποδόσφαιρο λειτουργεί με έναν εντελώς δικό του (ενίοτε και μυστηριώδη) τρόπο και απαιτεί να το προσεγγίσεις ως κάτι ξεχωριστό προκειμένου να σου δώσει πίσω…
- Η δημιουργία Εθνικής Σχολής Ποδοσφαίρου (Landslagsskolen), το 2015. Ένα μοντέλο που έκανε πιο ξεκάθαρο το μονοπάτι για να φτάσει ένας παίκτης από το τοπικό επίπεδο στις μικρές Εθνικές ομάδες. Το πώς θα διασφαλίζεται κατά το μέγιστο δυνατό ότι δεν θα χάνονται ταλέντα. Μέχρι τα 12, τα παιδιά πρέπει μόνο να το απολαμβάνουν. Παίζοντας στις ομάδες τους, με τους φίλους τους. Τότε και μόνο τότε το πράγμα αρχίζει να σοβαρεύει. Με ένα έξυπνο σύστημα διαλογής που ξεχωρίζει ποιοι αξίζει να προχωρήσουν στα πιο πάνω επίπεδα. Πάντα βάσει ενός εθνικού συστήματος με κοινές κατευθυντήριες οδούς πάνω στην τεχνογνωσία, τη μεθοδολογία και τις αρχές παιχνιδιού. Πολύ μακριά από το «ξυλοκόπος style» του παρελθόντος, με έμφαση στην τεχνική και στην οξυδέρκεια στη λήψη αποφάσεων.
- Και last but not least, μια βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνει πραγματικά ταλέντο. Δεν είναι μόνο τεχνική, το πόσο γυμνασμένος είναι κανείς. Αλλά πάνω από όλα, το χτίσιμο μιας κουλτούρας με παίκτες που κατανοούν οι ίδιοι πρώτα από όλους τι πρέπει να κάνουν για να γίνουν καλύτεροι. Είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου, αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Θα σε βοηθήσουν να διορθώσεις τα λάθη σου, αλλά ως ποδοσφαιριστής, πρέπει να μάθεις να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, να παίρνεις πρωτοβουλίες και να διαθέτεις κριτική σκέψη. Να βάζεις το «εγώ» κάτω από το «εμείς». Αλλιώς είσαι εκτός, όσο καλός κι αν (μπορεί να) είσαι.
Το περίφημο Viking Row, η κωπηλασία των Νορβηγών διεθνών μαζί με τους οπαδούς τους, δεν είναι απλά και μόνο για τις κάμερες, για το viral των social media. Είναι μια γνήσια και ανόθευτη στιγμή σύνδεσης της ομάδας με τον κόσμο της, των ανθρώπων με τις ρίζες τους. Αυτό το «είμαστε απόγονοι των Βίκινγκ και ήρθαμε εδώ για να σας κατακτήσουμε με τον τρόπο μας». Απαλλαγμένο εντελώς από τη βία των σκοτεινών εκείνων καιρών, αναδεικνύεται στο σήμερα μέσα από την ασύγκριτη ισχύ του «είμαι περήφανος γι’ αυτό που είμαι, για τους ανθρώπους μου, αγαπάω και αγαπιέμαι». Κι αν τράβηξαν πολύ κουπί, κι αν πέρασαν πολλές «γαλέρες» οι Νορβηγοί μέχρι να αφήσουν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και να βρουν το δικό τους λιμάνι. Αλλά άξιζε κάθε δευτερόλεπτο του κόπου τους.
