Πάνω από 250 δις: Η επένδυση - μαμούθ στον «θησαυρό» που μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα
Βρείτε μας στο

Πολύ σύντομα αναμένεται να αρχίσουν οι ουσιαστικές έρευνες στις ελληνικές θάλασσες για την ύπαρξη κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Κι εφόσον οι αρχικές ελπίδες και εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, τα κέρδη μπορεί να είναι τόσο μεγάλα που να αλλάξει η εικόνα της χώρας προς το καλύτερο για πάντα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ουσιαστικά έχει προαναγγείλει αυτήν την εξέλιξη, ενώ σύμφωνα με την Navtex το ερευνητικό πλοίο «Sanco Swift» είναι σε θέση να ξεκινήσει το αμέσως επόμενο διάστημα. Βέβαια αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να φτάσουμε στο σημείο να δούμε αντλίες και πλατφόρμες να… φυτρώνουν στην θάλασσα, καθώς υπάρχει ένα πολύ βασικό προαπαιτούμενο. Να γίνει ξεκάθαρο πως όντως στα δύο οικόπεδα στα δυτικά της Πελοποννήσου και στα νοτιοδυτικά της Κρήτης υπάρχουν υδρογονάνθρακες σε τέτοιες ποσότητες που να αξίζει να αντληθούν.

Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι αυτό είναι κάτι που θα γνωρίζουμε περί τα τέλη του 2026, όταν και η κοινοπραξία των ιδιωτικών εταιριών που εμπλέκονται στο μεγαλεπήβολο πρότζεκτ θα κληθεί να λάβει τις οριστικές αποφάσεις της. Στην παρούσα φάση αυτό που αναμένεται να συμβεί μέσα στα επόμενα 2 χρόνια είναι οι σεισμικές έρευνες οι οποίες θα κρατήσουν ως το 2024. Εφόσον δεν προκύψει από αυτές κάποια σοβαρή αρνητική ένδειξη, τότε μέσα στο 2024 είναι πολύ πιθανό να δούμε τις πρώτες διερευνητικές γεωτρήσεις που επίσης θα πραγματοποιηθούν σε ορίζοντα διετίας.

Έτσι φτάνουμε στο 2026, χρονιά κατά την οποία θα αναπτυχθεί το κοίτασμα ώστε να είναι εφικτή η άντληση του φυσικού αερίου μέσα στο 2027 και να αρχίσει να… ρέει το χρήμα…

Κι όταν λέμε χρήμα, το εννοούμε, καθώς όπως τόνισε ο επικεφαλής της ΕΔΕΥ, Αριστοφάνης Στεφάτος, πρόκειται να καταγραφεί ένα παγκόσμιο επενδυτικό ρεκόρ το οποίο θα φτάσει και ενδεχομένως θα ξεπεράσει τα 250 δις ευρώ και αυτό το ποσό μάλιστα αν υπήρχε απλά «συντηρητική επιτυχία σε όλα τα μπλοκ», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά!

Φυσικά αυτά τα έργα είναι ουσιαστικά αυτοχρηματοδοτούμενα. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο δεν θα δαπανήσει τίποτα για τις έρευνες, την ανάπτυξη και τις υποδομές που θα απαιτηθούν. Αυτό το κόστος θα βαρύνει τους επενδυτές για τους οποίους θα ακολουθήσει η σταδιακή αποπληρωμή στη βάση των συμφωνιών που έχουν συνάψει με το ελληνικό κράτος, οι οποίες έχουν ήδη επικυρωθεί από την Βουλή.

Σε μελέτη του, το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης εκτιμά ότι τα δυνητικά αποθέματα της περιοχής μπορούν να φτάσουν τα 70 με 90 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια. Μπορεί σε εμάς αυτά τα νούμερα να μην λένε πολλά, αλλά οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι εάν επιβεβαιωθούν, αυτόματα αυτό θα σημάνει την ενεργειακή αυτάρκεια της Ελλάδας στα χρόνια που έρχονται. Επιπλέον η χώρα είναι πολύ πιθανό να εξελιχθεί σε διεθνή «παίκτη» και να κάνει εξαγωγές, γεγονός που θα σημάνει ακόμη μεγαλύτερα κέρδη.

Φυσικά δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται και η γενικότερη αναβάθμιση του προφίλ της χώρας καθώς και η ισχυροποίηση της θέσης της στην γεωπολιτική σκηνή. Ιδιαίτερα, μάλιστα, από την στιγμή που θα φιλοξενούνται εντός των συνόρων τέτοιας έκτασης επενδύσεις από πολυεθνικές εταιρίες οι οποίες προφανώς δεν θα αφήσουν στο έλεος των ορέξεων τρίτων το ενδεχόμενο να γιγαντώσουν τα δικά τους κέρδη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραμένει ανοιχτό το θέμα της συνεννόησης με την Λιβύη, μια χώρα που η Άγκυρα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να την πείσει να προσχωρήσει στο μπλοκ της. Συνάμα φαίνεται ότι καθοριστικής σημασίας ήταν η συμφωνία με την Αίγυπτο για την χάραξη της ΑΟΖ, την ίδια ώρα που στο πολύ πιο ήρεμο πολιτικά Ιόνιο πέλαγος η Ελλάδα έχει ήδη επεκτείνει στα 12 μίλια, υπογράφοντας και ανάλογη συμφωνία για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την γειτονική Ιταλία.

Και τα δύο μεγαλόπνοα έργα στηρίζονται άλλωστε σε τριμερή σχήματα. Στην μία περίπτωση το Ελλάδα-Αίγυπτος-Κύπρος και στην δεύτερη Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ, το οποίο μάλιστα τελεί υπό την αιγίδα και την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Ο αντίλογος σε όλα αυτά είναι βέβαια ένας, πέρα από το ερώτημα του πόσα από αυτά τα δις θα καταλήξουν σε όφελος του ελληνικού λαού, όπως ήδη συμβαίνει στις σκανδιναβικές χώρες με το κοινό ταμείο διαχείρισης φυσικών πόρων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι εξορύξεις μπορούν να γίνουν σε καθεστώς ασφάλειας και ποιος είναι ο βαθμός επικινδυνότητας για το περιβάλλον. Εφόσον κάτι τέτοιο δεν διασφαλιστεί απόλυτα ελλοχεύει ο κίνδυνος το αντιστάθμισμα των κερδών από το φυσικό αέριο να είναι ένα τεράστιο κόστος που δεν θα περιοριστεί σε καταστροφή της χλωρίδας και της πανίδας των θαλασσών μας, αλλά θα σημάνει και τον θάνατο του τουρισμού σε παγκόσμια γνωστούς και δημοφιλής προορισμούς, όπως το Ιόνιο και η Κρήτη…