Για χρόνια πιστεύαμε ότι είναι σωστή: Ποιο μεγάλο λάθος έχει η γνωστή φράση, «Παν μέτρον άριστον» που μάθαμε στο σχολείο

Πώς λέγεται το «την πατήσαμε» στα αρχαία ελληνικά;

Γηράσκω αεί διδασκόμενος. Εντάξει, αυτό είναι αρκετά εύκολο για μετάφραση από την αρχαία στη νέα ελληνική. Όσο μεγαλώνω, τόσο μαθαίνω. Δια βία μάθηση, θα λέγαμε ενδεχομένως, η δίψα για γνώση να μην σταματά ποτέ. Αυτό ακριβώς ερχόμαστε εμείς εδώ να κάνουμε πράξη. Για ένα γνωμικό που επίσης προέρχεται από τα χρόνια της αρχαίας Ελλάδας. Και το οποίο, είμαστε σχεδόν σίγουροι, έχεις και συ πάρει λάθος.

Εξηγούμαστε: Παν μέτρον άριστον. Να η φράση-σταρ του σημερινού μας πονήματος. Και ο λόγος, παρακαλώ; Επειδή περιέχει ένα μεγάλο γραμματικό και ιστορικό λάθος κάτι το οποίο, το λέμε ευθέως γιατί ψέματα μεταξύ μας δεν κάνει να λέμε, αγνοούσαμε παντελώς.

Μίνι ιστορική καταγραφή των πραγμάτων: Το αυθεντικό ρητό, που αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Λίνδιο έναν από τους λεγόμενους 7 σοφούς της αρχαιότητας, είναι απλώς «Μέτρον άριστον», τουτέστιν πως η τήρηση του μέτρου είναι ό,τι καλύτερο.

Η προσθήκη της λέξης «παν» ωστόσο έρχεται και αλλάζει εντελώς το νόημα. Επειδή «παν» στα αρχαία σημαίνει «κάθε», η φράση μεταφράζεται πια σωστά ως «κάθε μέτρο είναι άριστο», πράγμα προφανώς παράλογο.

Εμείς την χρησιμοποιούμε νομίζοντας εσφαλμένα ότι σημαίνει πως το μέτρο είναι άριστο στα πάντα. Για να αποδοθεί σωστά η συγκεκριμένη έννοια, οι αρχαίοι Έλληνες θα έγραφαν «Εν πάσι μέτρον άριστον». Επομένως, αναπαράγουμε καθημερινά ή τέλος πάντων, συχνά πυκνά, μια εντελώς αλλοιωμένη εκδοχή του αρχαίου original γνωμικού.

Είναι αξιοσημείωτο, για να μην πούμε και εντυπωσιακό, το ότι μια μικρή λέξη τριών γραμμάτων κατάφερε να «τρυπώσει» στο συλλογικό και εθνικό μας ασυνείδητο, μετατρέποντας μια συγκεκριμένη ηθική οδηγία σε μια γενικευμένη και λανθασμένη διατύπωση, αλλοιώνοντας παράλληλα τη φιλοσοφική ουσία του πρωτοτύπου (αλλά και… μην αλλοιώνοντας την, αφού έστω και κατά λάθος, καταλαβαίνουμε την πραγματική σημασία του).

Σε κάθε περίπτωση, το σωστό είναι πως το «Μέτρον άριστον» είναι από μόνο του to the point και δεν χρειάζεται κανένα «παν» μπροστά του για να πει αυτό που θέλει, για να μας διδάξει την ουσία του. Είναι σαν αυτό που συχνά πυκνά μας λένε, από την καλή τους την καρδιά δεν λέμε, ορισμένοι σερβιτόροι στα μαγαζιά, αυτό το «καλή απόλαυση». Μια απόλαυση εξ ορισμού είναι καλή, δεν χρειάζεται να το επισημάνουμε. Όπως το «καλή επιτυχία», δηλαδή μπορεί να υπάρχει και κακή επιτυχία; Κάπως έτσι συνέβη και με το «παν». Προστέθηκε για να δώσει έμφαση πιθανότατα, για να γίνει επίσης πιθανότατα πιο κατανοητό στον απλό κόσμο. Μόνο που αν το πάμε αυστηρά με το γράμμα του νόμου, δεν είχε καμία δουλειά να βρεθεί εκεί.

Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, το «παν» προστέθηκε σταδιακά κατά τους Βυζαντινούς και Μεσαιωνικούς χρόνους από λόγιους που επιδίωκαν να δώσουν έναν πιο εμφατικό ή παροιμιακό τόνο στη φράση. Μετά έκανε τη… δουλειά η μακροχρόνια επανάληψη. Η γλωσσική διάβρωση που συχνά παρατηρείται σε βάθος πολλών χρόνων και έγινε μόνιμο. Λέγε λέγε συνεπώς, το λάθος έγινε στο μυαλό των ανθρώπων το αυτονόητο, χωρίς να μπαίνουν καν στη διαδικασία να σκέφτονται αν αυτό που λένε είναι σωστό ή όχι. Δεν πειράζει, κάλλιο αργά παρά ποτέ, τώρα ξέρεις τι ισχύει και τι όχι. Μην μας ευχαριστείς, χαρά μας. Κρύβουμε μάλλον μέσα μας έναν… μικρό Μπαμπινιώτη!