Ολική επαναφορά: Η ιστορική ελληνική εταιρία που πτώχευσε, αλλά αναγεννήθηκε από τις στάχτες της

Το «ναυάγιο» του 2014 έμοιαζε οριστικό. Η διάσωση όμως ήρθε στο παρά ένα

Τα παραδείγματα κραταιών ελληνικών εταιριών που βρέθηκαν από το ζενίθ στο ναδίρ και τελικά κατέρρευσαν πριν, αλλά κυρίως μετά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είναι πολλά. Αντιξοότητες, κακοδιαχείριση, υπερχρέωση, πτώχευση (και ενίοτε πλειστηριασμοί) ήταν συνήθως η κοινή συνισταμένη στην ακολουθία γεγονότων.

Ευτυχώς όμως υπάρχουν και οι happy end περιπτώσεις. Λίγες, αλλά υπαρκτές. Σε αυτή τη μικρή κατηγορία εξαιρέσεων ανήκει η ΑΓΝΟ.

Ήταν Ιούνιος του 1985 όταν ξεκίνησε τη λειτουργία του ένα μικρό οικογενειακό τυροκομείο, λίγο έξω από τα Τρίκαλα. Οι εργαζόμενοι ήταν πέντε. Ο Στέργιος Σαράντης, η γυναίκα του Ζωή, οι δύο τους γιοι, ο Τάκης και ο Μιχάλης και ένας εργάτης, δούλευαν ακόμα και ανήμερα Πάσχα για να μην πάει χαμένο το γάλα της ημέρας. Το όνομα της; ΤΥΡΑΣ, ήτοι ΤΥΡ-οκομία Α-δελφών Σ-αράντη

Τι σχέση έχει αυτή η βιοτεχνία με την ΑΓΝΟ; Εκείνο το μικρό τυροκομείο των Τρικάλων έχει εξελιχθεί στη Νο1 Γαλακτοβιομηχανία της χώρας, με περίπου 2.000 εργαζόμενους και κύκλο εργασιών άνω των 600 εκατ. ευρώ. Στη διαδρομή του χρόνου απέκτησε την «Όλυμπος» και τη «Ροδόπη», μετονομάστηκε σε «Ελληνικά Γαλακτοκομεία» και το 2022 έσωσε από την κόψη του ξυραφιού την «ΑΓΝΟ», που το 2014 είχε κηρύξει πτώχευση υπό το βάρος οφειλών ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ.

Η οικογένεια Σαράντη κατέβαλε το τίμημα και το Νοέμβριο του 2023 το ιστορικό σήμα έκανε την επανεμφάνισή του στην αγορά. Αρχικά στη Βόρεια Ελλάδα, με την τοποθέτηση ολοκληρωμένης σειράς 21 γαλακτοκομικών προϊόντων στα ράφια αλυσίδων σούπερ μάρκετ, αλλά και σε αρκετά σημεία μικρής αγοράς της Θεσσαλονίκης και άλλων 10 νομών της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Η επιστροφή δεν έγινε βιαστικά. Προηγήθηκε σχεδιασμός, επενδύσεις, νέα ταυτότητα που κράτησε τα βασικά στοιχεία του brand – το εμβληματικό κόκκινο λογότυπο – και τα συνέδεσε με σύγχρονες προδιαγραφές παραγωγής. Μετά από δύο και πλέον χρόνια, οι προβλέψεις για την επιτυχή αναβίωση της ΑΓΝΟ φαίνεται να επιβεβαιώνονται, με τους κωδικούς προϊόντων να αυξάνονται, αλλά και το δίκτυο διανομής να επεκτείνεται πανελλαδικά.

Μέσω του Ομίλου Ελληνικά Γαλακτοκομεία, η ΑΓΝΟ πρακτικά επανασυστήθηκε στο καταναλωτικό κοινό και σήμερα μπορούμε πλέον να μιλάμε για την ολική επαναφορά της.

Ιστορικά η ΑΓΝΟ αντιμετώπισε σειρά προβλημάτων που σχετίστηκαν με κακοδιαχείριση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το κόστος για την κατασκευή του εργοστασίου της στη δεκαετία του 1980 άγγιξε τα 13 δισεκατομμύρια δραχμές, θέτοντας τότε σε οικονομική αστάθεια το οικοδόμημα της συνεταιριστικής γαλακτοβιομηχανίας.

Μάλιστα, το 1997 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωνε την Ελλάδα για την πρόθεσή της να κινήσει διαδικασίες ελέγχου για τις επιχορηγήσεις που είχαν δοθεί έως τότε από το κράτος προς την ΑΓΝΟ. Η παρέμβαση της Κομισιόν αποτέλεσε σταδιακά την αρχή του τέλους για την γαλακτοβιομηχανία με τη μορφή της συνεταιριστικής επιχείρησης.

Οι αδελφοί Σαράντη είχαν επιδιώξει και το 2003 να αποκτήσουν την ΑΓΝΟ μέσω της ΤΥΡΑΣ. Εν τέλει την απέκτησε η Κολιός, στα χέρια της οποίας έφτασε έως την χρεοκοπία. Η οικογένεια Σαράντη είχε επιχειρήσει και σε άλλους πλειστηριασμούς που έγιναν μετά την διακοπή λειτουργίας της ΑΓΝΟ να αποκτήσει τη γαλακτοβιομηχανία, ωστόσο το τίμημα ήταν σημαντικά υψηλότερο.

Από τη μεταπολεμική Ελλάδα στο γάλα κάθε σπιτιού

Η ιστορία της ΑΓΝΟ ξεκινά το 1950, σε μια Ελλάδα που ακόμη προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά την Κατοχή. Τα παντοπωλεία της γειτονιάς, οι γαλατάδες, οι αυλές και οι χωματόδρομοι ήταν το φόντο της ιστορίας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ίδρυση της ΑΓΝΟ ως συνεταιριστικής βιομηχανίας γάλακτος από την Ένωση Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης, ήταν κάτι παραπάνω από επιχειρηματική κίνηση. Ήταν μια συλλογική απάντηση στην ανάγκη.

Πέντε χρόνια αργότερα, η ΑΓΝΟ έγινε η πρώτη βιομηχανία παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος στη Βόρεια Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, η ανάπτυξη ήταν σχεδόν φυσική. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το όνομα ΑΓΝΟ ταυτίστηκε με την ποιότητα και την αξιοπιστία.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε η ανέγερση του νέου εργοστασίου της στο Λαγκαδά, με την ΑΓΝΟ στη συνέχεια να πετυχαίνει… τρίποντα, όπως πιστοποιούσε και το διαφημιστικό σποτ της εταιρίας με τον Νίκο Γκάλη.

Από τα τέλη του 1990 έως το 2000, με «όπλο» το ευρύτατο δίκτυο διανομής, αλλά και την υιοθέτηση της συσκευασίας Tetratop της Tetrapak (για την προστασία του γάλακτος και της υψηλής διατροφικής αξίας των συστατικών του), η εταιρεία είχε κατακτήσει κυρίαρχη θέση στην αγορά.

Το 2003, η εταιρία πέρασε στα χέρια της «Κολιός» που κατέθεσε στον τότε διαγωνισμό της Αγροτικής Τράπεζας τη μοναδική προσφορά. Η ΑΓΝΟ δόθηκε «καθαρή» από την ΑΤΕ στο νέο της ιδιοκτήτη, ο οποίος την πήρε τότε πληρώνοντας προκαταβολή 1,2 εκατ. ευρώ και λαμβάνοντας δάνειο άλλα 10 εκατ. ευρώ από την ίδια την τράπεζα. Όπως υποστηρίζει η «Κολιός» για την εξαγορά έδωσε 12,25 εκατ. ευρώ και την περίοδο 2004-2011 έριξε άλλα 35 εκατ. ευρώ σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού του παραγωγικού εξοπλισμού και άλλα 12 εκατ. σε αυξήσεις κεφαλαίου.

Παρά τις επενδύσεις, η επόμενη δεκαετία αποδείχθηκε καταστροφική. Η ΑΓΝΟ δεν κατάφερε να παρουσιάσει κερδοφόρα χρήση, τα χρέη αυξήθηκαν, η ρευστότητα στέρεψε και η καθημερινή λειτουργία έγινε ολοένα και πιο δύσκολη.

Οι εξηγήσεις πολλές, οι ευθύνες μοιρασμένες. Αυξήσεις στο κόστος πρώτης ύλης, τραπεζική ασφυξία, λανθασμένοι χειρισμοί. Η «Κολιός» απέδωσε την κατάρρευση στην τεράστια ανατίμηση του αγελαδινού γάλακτος, στην αδυναμία άντλησης ρευστότητας από τις τράπεζες καθώς και στην έλλειψη δυνατότητας περαιτέρω χρηματοδότησης.

Οι εργαζόμενοι, ωστόσο, έκαναν λόγο για απαξίωση της εταιρίας, κλείσιμο του τυροκομείου και του τμήματος παραγωγής βουτύρου, παραγωγή γιαουρτιού για την «Κολιός» και διανομή των προϊόντων της με μέσα της ΑΓΝΟ και γενικά για μια περίεργη σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών.

Το 2014 η εταιρία οδηγήθηκε σε πτώχευση. Ήταν ένα σίριαλ με πολλά επεισόδια, αλλά και αναπάντητα ερωτήματα. Το «ναυάγιο» της θεωρήθηκε κάπως παράδοξο, καθώς ακόμη και την ώρα που κατέβαζε ρολά διατηρούσε σημαντικά μερίδια αγοράς στη Β. Ελλάδα.

Το «γαϊτανάκι» των πλειστηριασμών άρχισε στα τέλη του 2017 με το ελάχιστο συνολικό τίμημα να έχει οριστεί στα 18,28 εκατ. ευρώ. Σταδιακά αυτό έπεφτε. Από τα 18 εκατ. ευρώ, στα 15, μετά στα 10 και τελικά κάτω από τα 8. Και κάπου εκεί ανέλαβαν οι αδελφοί Σαράντη την αναγέννηση της ΑΓΝΟ, που στο παρά πέντε δεν έγινε άλλο ένα κομμάτι στο παζλ των χαμένων ελληνικών brand.