Το δέος που αισθάνεσαι όταν ανοίγει ένα παράθυρο στο παρελθόν που νόμιζες πως είχε μείνει για πάντα σφαλιστό. Η συνειδητοποίηση πως όλα εκείνα που είχες κατά καιρούς διαβάσει, ακούσει γι’ αυτήν τη στιγμή, δεν εμπεριείχαν ίχνος υπερβολής. Αυτοί οι άνθρωποι, οι περίφημοι 200 της Καισαριανής, βάδισαν προς το θάνατο χωρίς φόβο. Με ηρεμία, καθάριο βλέμμα. Πιστεύοντας, με ψυχή βαθιά, πως η θυσία τους έχει νόημα. Ακόμα βέβαια και να είχαν κλάψει ή λυγίσει από απελπισία, κανείς δεν θα μπορούσε να τους προσάψει το παραμικρό…
Φωτογραφίες – ντοκουμέντο από αυτή τη συγκλονιστική στιγμή της ελληνικής ιστορίας ήρθαν στο φως, 88 ολόκληρα χρόνια μετά. Με εντελώς ανέλπιστο τρόπο, μέσα από μια ιντερνετική δημοπρασία στο eBay ενός Βέλγου συλλέκτη. Το πόσο έντονες ήταν οι αντιδράσεις, θετικές και αρνητικές, υπενθυμίζει πως οι πληγές αυτής της περιόδου δεν έχουν κλείσει, διχάζοντας και πολώνοντας ακόμα την ελληνική κοινωνία. Ίσως τελικά οι 200 της Καισαριανής να ήταν οι «τυχεροί» της υπόθεσης…
Σε κάθε περίπτωση, η αποκάλυψη αυτών των καρέ από την ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944 μας δίνει την αφορμή να θυμηθούμε τι έγινε και γιατί. Η ιστορική μνήμη είναι δύναμη πέρα από απαραίτητη για ένα λαό. Κάπως έτσι μαθαίνουμε για ένα παράπλευρο και παρεμφερές γεγονός εκείνων των μαύρων ημερών, το οποίο δεν υπολείπεται σημασίας και είναι το ίδιο, αν όχι περισσότερο, τραγικό.

Είναι γνωστό πως οι 200 στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα ως αντίποινα στο θάνατο του Γερμανού Υποστράτηγου Φραντς Κρεχ κοντά στους Μολάους, στις 27 Απριλίου 1944. Στον οποίο είχαν στήσει ενέδρα Έλληνες αντάρτες μαζί με τη συνοδεία του. Το πτώμα του βρέθηκε κατατρυπημένο από τις σφαίρες των ανδρών του ΕΛΑΣ. Νεκροί έπεσαν ακόμα 3 Ναζί, ενώ αρκετοί ήταν και οι τραυματίες, περισσότερο ή λιγότερο βαριά.
Οι Γερμανοί αντέδρασαν με λυσσαλέα οργή μόλις πληροφορήθηκαν τι είχε συμβεί. Από το στρατηγείο τους στην Αθήνα, δόθηκε αμέσως εντολή ως «πρώτα αντίποινα» να εκτελεστούν όλοι οι άμαχοι ανάμεσα στους Μολάους και τη Σπάρτη «που δεν βρίσκονταν σε χωριά».
Μόνο που ο εχθρός ήταν και «εσωτερικός». Ένας Έλληνας δωσίλογος στρατιωτικός, ο Συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας, (αναφέρεται και ως Παπαδόγκωνας) επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο, αντέδρασε αυθαίρετα, με δική του πρωτοβουλία.

Ήταν συνεργάτης και φίλος του Κρεχ και διέταξε την εκτέλεση 100 κομμουνιστών και ύποπτων ανταρτών που είχε συλλάβει. Χωρίς να έχει λάβει ανωτέρα εντολή είτε από την γερμανική διοίκηση είτε από το Υπουργείο Εσωτερικών. Κάτι που επιβεβαιώνεται μέσα από την μετέπειτα απολογία του επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, στρατηγού Χέλμουτ Φέλμι στη δίκη της Νυρεμβέργης. Ήταν μια κτηνώδης πράξη τυφλής οργής, μίσους και προσωπικής εκδίκησης. Παράλληλα και μια ενέργεια εκδούλευσης προς τον κατακτητή, η οποία συνοδεύτηκε από συγχαρητήρια επιστολή του ίδιου του Χίτλερ για τις υπηρεσίες του Έλληνα αξιωματικού στη Γερμανία.
Ο Παπαδόγγονας ανταπέδωσε στον Φύρερ όταν δύο μήνες αργότερα ο ιδρυτής του Γ’ Ράιχ διεσώθη από την απόπειρα δολοφονίας κατά την περίφημη Επιχείρηση Βαλκυρία, αποστέλοντας επιστολή συμπαράστασης, η οποία κατέληγε: «Από της Ιεράς γης της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράξ των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσεν τον Ευρωπαϊκόν πολιτισμόν υψούται η προσευχή μας: “Κύριε διαφύλασσε τον Φύρερ”»!
Πέραν των 200 στην Καισαριανή, που ήταν κρατούμενοι κομμουνιστές οι περισσότεροι μάλιστα πριν καν την Κατοχή, γερμανικές ομάδες εκτέλεσαν ακόμα 25 ομήρους στην Αθήνα. Άρα τουλάχιστον 325 Έλληνες πλήρωσαν με τη ζωή τους το θάνατο του Κρεχ. Αν και εκτιμάται πως ήταν ακόμα περισσότεροι λόγω κυρίως του Παπαδόγγονα, ο οποίος σκοτώθηκε λίγους μήνες μετά, σε μάχη των Δεκεμβριανών στο Γουδή.
Αν υπάρχει κάτι που τραγικοποιεί ακόμα περισσότερο το ζόφο αυτών των μαζικών εκτελέσεων, είναι ότι όλα αυτά συνέβησαν μόλις λίγους μήνες πριν οι Γερμανοί φύγουν από την Ελλάδα, σε μια περίοδο που ήδη η Βέρμαχτ έπνεε τα λοίσθια.