Νεφέλη Φασούλη

Ψάχνοντας λέξεις να μιλήσω για τη Νεφέλη Φασούλη, δε βρήκα τίποτα. Ήθελα να την αποκαλέσω αγγελική ύπαρξη, οπτασία και τα σχετικά, αλλά δε μου φάνηκε ταιριαστό. Όχι γιατί δεν ισχύει, αλλά γιατί μάλλον είναι λίγο.

Χωρίς να την ξέρω, ακούγοντας τη μόνο να τραγουδάει αυτούς τους στίχους, με αυτές τις μελωδίες, κι επειδή έχω αδιανόητη αγάπη για τον Φοίβο Δεληβοριά, έχω την αίσθηση πως δύσκολα μπορεί να μπει σε κουτάκια λέξεων.

Μπορεί και να κάνω λάθος ή να λέω ψέματα στον εαυτό μου, όπως το ομότιτλο τραγούδι της με τον Φοίβο που αποτελεί την μεγαλύτερη ελεγεία για το Παγκράτι και τις ερωτικές σχέσεις. Σαν δυο ερωτευμένοι που θα ήθελαν να λένε συνέχεια το πόσο ερωτευμένοι είναι, αλλά τελικά καταλήγει ο ένας να πει «να πάρεις μελιτζάνες από τη λαϊκή» και ο άλλος «να πληρώσεις τη ΔΕΗ».

Ναι, έτσι μπορώ να περιγράψω τη Νεφέλη Φασούλη. Ως μια κατάσταση και όχι ως έναν άνθρωπο. Ως ένα βίωμα, ως μια εμπειρία. Ίσως το όνομα της να είναι όλες οι λέξεις που θα έψαχνε κάποιος για να την περιγράψει.

Με αφορμή τις δύο συναυλίες της στο Gazarte Roof σήμερα 3/6 και την άλλη Παρασκευή 10/6 (δες εδώ περισσότερα) συναντηθήκαμε στο Παγκράτι, διόλου τυχαία, και μιλήσαμε για όσα δεν ξέραμε πως θέλουμε να μιλήσουμε.

Έτυχε μέσα σε όλα να μας συνδέει το ότι μεγαλώσαμε στη Γούβα, όπως μας συνδέει και η ανάγκη μας να φεύγουμε.

Η Μαριλένα Animado είναι Madame και Monsieur της ζωής της

Κάποια πράγματα που θα ήθελα να ξέρεις για τη Νεφέλη Φασούλη είναι ότι ήταν πονηρή μαθήτρια, πέρασε Νομική Αθηνών, την απασχολεί το περί δικαίου αίσθημα, την ενοχλεί που τα μίντια δεν εκπαιδεύουν σε μια κριτική σκέψη τον αναγνώστη, τα βράδια βλέπει εφιάλτες πως έχει πετάξει κάποια κοτσάνα σε συνέντευξή της (όπως η δική μας καλή ώρα), δεν λέει καθόλου μπράβο στον εαυτό της και αφήνεται στο συναίσθημα της στιγμής να την καθοδογήσει.

Αυτό είναι το CV της. Για λεπτομέρειες απευθυνθείτε στη συνέχεια του κειμένου, δηλαδή στα όσα λέει η Νεφέλη Φασούλη.

«Ο σπόρος μου μπήκε στο σχολείο. Από το δημοτικό ήθελα να συμμετέχω σε παραστάσεις και να τραγουδάω. Είχα και μια δασκάλα πολύ σωστή που με βοήθησε, κατάλαβε ότι μου αρέσει, αλλά και ότι έχω σωστή φωνή.

Με θυμάμαι χαρακτηριστικά να τραγουδάω στο μάθημα μουσικής στην τετάρτη δημοτικού και να νιώθω ότι κάτι συμβαίνει. Μετά στην 6η δημοτικού έκανα σόλο περφόρμανς, μετά στο γυμνάσιο και το λύκειο πάλι. Απλά δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι θα το σπουδάσω και θα το κάνω επάγγελμα.

Έδωσα πανελλήνιες, πέρασα σε κάτι εντελώς αντίρροπο με τη μουσική, Νομική Αθηνών – αν και εγώ βρίσκω πως έχουν κάτι κοινό, παρατηρούν και τα δύο τη ζωή και την ερμηνεύουν. Μέχρι εκεί όμως.

Στο λύκειο κάποια στιγμή έστελνα σε φεστιβάλ μουσικά και διαγωνισμούς, με έτρωγε μέσα μου, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει το πόσο. Στην αρχή έλεγα θα το έχω σαν έξτρα χόμπι. Μέχρι που με προσέγγισε ο Βασίλης Καζούλης κι εκεί δε μπορούσα να το πιστέψω. Ήμουν διστακτική αρχικά, αλλά το δοκίμασα και έφτασα ως εδώ.

Ο Βασίλης είχε δει ένα βίντεο μου κάπου στα social media, μου έστειλε μήνυμα και εγώ το είδα μετά από αρκετούς μήνες. Ήταν καλοκαίρι, δεν είχα υπολογιστή και γύρισα από διακοπές τον Σεπτέμβρη για να το δω. Στην αρχή νόμιζα μου έκαναν πλάκα, δεν απάντησα. Νόμιζα μου έκαναν πλάκα οι φίλοι μου από ψεύτικο προφίλ που τότε ήταν κάτι σύνηθες.

Κάποια στιγμή του στέλνω το τηλέφωνο μου και με πήρε. Αν ο ίδιος δεν ήταν τόσο συνεπής στο να συνεργαστούμε, δε θα είχα κάνει κάτι. Φαινόμουν αντιπαθητική, απαντούσα μονολεκτικά, δεν ήξερα αν πρέπει να δώσω το τηλέφωνό μου και στην πρώτη κουβέντα πρέπει να ήμουν πολύ ξινή, ξέρεις, μέχρι να ακούσω την χαρακτηριστική του φωνή και να πειστώ ότι μιλάμε σοβαρά».

Θεωρώ ότι είμαι ανασφαλής, είναι κάτι αρνητικό μου. Έχουμε ανάγκη, ειδικά στην τέχνη, να μας αγκαλιάσει ο άλλος, να ακούμε καλά λόγια, αλλά εγώ δεν έχω φτάσει στο σημείο να με αγκαλιάσω.

«Πιστεύω ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, αλλά δεν πιστεύω στη μία και μοναδική ευκαιρία. Δεν θεωρώ δηλαδή πως αυτό με τον Καζούλη ήταν η στιγμή μου και απλά έτυχε να αρπάξω την ευκαιρία, όπως λες. Πιστεύω ότι όταν κάνεις κάτι καλά, θα σου έρθει πίσω. Κανείς δεν χάνεται. Οπότε θαρρώ πως κάτι θα μου έλειπε στη ζωή μου σε επίπεδο μουσικής. Καλά τα άριστα και οι καλοί βαθμοί, αλλά σίγουρα θα ένιωθα λειψή και θα το επεδίωκα πιο μετά.

Απλώς σε μένα έτυχε να συμβεί νωρίς και να έχω τώρα μια παραπάνω εμπειρία σε σχέση με άλλους. Αυτό που θα άλλαζε, θα ήταν η εμπειρία. Αν έβγαινα τώρα να διεκδικήσω όσα ήθελα, θα είχα χάσει έναν πλούτο, έναν κόσμο μουσικό που έχω στο κεφάλι μου. Αυτό χτίστηκε με το να κάνω ό,τι να ‘ναι μουσικά. Μπορεί να ήμουν τώρα βέβαια μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Μπορεί και χειρότερη.

Καλύτερη εκδοχή, με βάση την αυτοκριτική μου, θα ήμουν αν είχα μεγαλύτερη συγκέντρωση σε κάτι. Θεωρώ ότι αν κάνω κάτι, είναι ότι αγαπώ τη μουσική, την μελετάω σφαιρικά, αλλά χωρίς στόχο και πειθαρχία. Τώρα νιώθω ότι είμαι με το βλέμμα παντού, όπου φυσάει ο άνεμος. Και δεν είμαι σίγουρη πότε τελειώνει αυτό. Μέσα μου αυτοκρίνομαι και κάτι μου λέει πως αυτό που είμαι δεν είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου.

Επειδή κάπως έμαθα να είμαι πάντα καλή σε κάτι και κλωτσάει μέσα μου η Νεφέλη της Νομικής και το πανεπιστήμιο σε αναγκάζει με κάποιον τρόπο να πειθαρχήσεις, εγώ είχα πολύ καθαρό στο μυαλό μου τι πρέπει να κάνω για να φτάσω εκεί που θέλω. Στη μουσική όμως, στην τέχνη και τη δημιουργία υπάρχει μια σχετικότητα, μια άβυσσος. Περιμένεις ότι θα αρέσει κάτι και τελικά δεν αρέσει. Όλο αυτό είναι αγχωτικό και με κάνει να με κρίνω συνέχεια, να χάνομαι, να μην έχω στόχο».

«Μου αρέσει να ακούω την άλλη άποψη, να είναι ξεκάθαρα κι επειδή στην τέχνη δεν υπάρχει το αντικειμενικό, κάπως φρικάρω. Αποφεύγω να κοιτάξω μέσα μου τα καλά. Όλα τα δέχομαι, ακούω καλά, αλλά ταυτόχρονα χτίζω έναν τείχο για να έχω μια πρόκληση και να βελτιωθώ. Εγώ δε θα πω ποτέ μπράβο στον εαυτό μου.

Θεωρώ ότι είμαι ανασφαλής, είναι κάτι αρνητικό μου. Έχουμε ανάγκη, ειδικά στην τέχνη, να μας αγκαλιάσει ο άλλος, να ακούμε καλά λόγια, αλλά εγώ δεν έχω φτάσει στο σημείο να με αγκαλιάσω. Μια μέρα θα ξυπνήσω και θα το πιστέψω, την άλλη μέρα το απορρίπτω».

«Για μένα το σχολείο και η σχολή ήταν διεκπεραιωτικά για να κάνω όσα θέλω. Δεν ήμουν ποτέ η πρώτη μαθήτρια. Ήμουν η δεύτερη ή τρίτη. Κρατούσα μια άμυνα, κοίταζα τι πρέπει να κάνω και απλά το έκανα. Δεν είχα πίεση από τους γονείς. Οι γονείς μου εξεπλάγησαν με τα μόρια που έπιασα στις πανελλήνιες. Δεν το περίμεναν.

Δεν διάβαζα, δεν ήμουν από τα παιδιά που γύριζαν σπίτι και διάβαζαν. Λειτουργούσα με πονηριά και διεκπεραίωση. Ήθελα να γράψω καλά και μετά να πάω για ποτό. Θεωρώ οι γονείς μου πίστευαν ότι θα το χάσω στη λεπτομέρεια, επειδή απαιτεί παπαγαλία κι εγώ δεν ήμουν παπαγάλος».

Δεν είμαι στη σκηνή μόνο για να εξυπηρετήσω το κοινό. Είμαι και για να εξυπηρετήσω δικές μου ανάγκες. Αν δεν συνδεθώ με όλο το κοινό, αλλά με μερικούς, μου κάνει. Γιατί ξέρω ότι θα καλύψω σίγουρα αυτά που θέλω.

«Επέλεξα τη Νομική γιατί μου άρεσε, έχω έντονο το αίσθημα του δικαίου. Το δίκαιο και το άδικο είναι έννοιες βασικές στη φιλοσοφία μου, σε αυτά που με ταλαιπωρούν. Δεν είχα βρει τότε ακριβώς τι θέλω, όλα μου φαίνονταν ωραία, δήλωσα 40 σχολές, ήμουν χαμένη, αλλά η σχολή της Νομικής που είναι αμιγώς θεωρητική, δεν έχει υποχρεωτική παρακολούθηση και την επέλεξα γιατί ξέφυγα. Έλεγα “θα με δείτε ξανά τον Φλεβάρη”.

Η Νομική είναι μια σχολή που σου αποδεικνύει πόσο επιπόλαιη είναι η σκέψη σου και το να ορίζεις άμεσα τι είναι δίκαιο και άδικο. Και συμβαίνει τώρα πολύ με τα social. Η πραγματική αλήθεια κρύβεται στη σχετικότητα, στην κουβέντα, την ερμηνεία και το άνοιγμα. Με απολυτότητα θα κάνεις λάθος. Αυτό με γοήτευσε στη νομική.

Και τώρα πια θεωρώ ότι είναι ένα μείζον ζήτημα, που η ψυχολογία του όχλου στα social πάει μια από δω και μια από κει. Είναι πολύ σημαντικό να σκέφτεσαι τα πράγματα 2 και 3 φορές πριν φτάσεις σε ένα συμπέρασμα. Θεωρώ ότι είναι ένα προσόν που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Κι εγώ την έχω πατήσει από την ψυχολογία του όχλου».

«Είμαι άνθρωπος του καλοκαιριού. Είμαι ευτυχισμένη το καλοκαίρι και μπαίνω σε χειμερία νάρκη τον χειμώνα. Είναι σαν να μπαίνει το σώμα μου σε μια παύση, δεν το ενδιαφέρει να κινηθεί. Όταν ανοίγει ο καιρός, αλλάζουν όλα. Όταν με παίρνουν το χειμώνα φίλοι για να βγούμε, τους λέω συνήθως ότι έχω πρόβα. Είμαι σε μια μόνιμη κατάσταση πρόβας επειδή ασχολούμαι με πολλά πρότζεκτ.

Μες στον covid ειδικά, απέφευγα πολύ να βγω γιατί αν κολλούσα, θα έχανα μια δουλειά, μια εμφάνιση. Κι επειδή με τη δουλειά που κάνω, που είναι στη νύχτα, το πιο σύνηθες είναι να πιω κάπου ένα ποτό. Οπότε για να βγω τον χειμώνα, θα πρέπει να μου προτείνουν κάτι άλλο. Πάω ας πούμε συνέχεια σινεμά και θέατρο. Αυτά κάνουν τη διαφορά. Δε με εκφράζει να πάω να πιω ένα ποτό».

«Η ιδανική μου εβδομάδα περιλαμβάνει σίγουρα 2-3 live, κάποιες πρωινές πρόβες και μετά θέατρο και σινεμά ή να πάω εγώ σε live άλλων. Είμαι κι ένα άτομο που αν περάσει μια εβδομάδα χωρίς να εμφανιστώ κάπου, με πιάνουν τα ψυχολογικά μου».

«Μου έχει τύχει να βρεθώ σε live που το κοινό δεν vibeάρει μαζί μου, απλά όχι σε δική μου συναυλία γιατί δεν έχω παίξει πολλές φορές μόνη μου. Έχω εμφανιστεί 3-4 φορές από τότε που βγήκε ο δίσκος και εκεί μπορεί να μην ήρθαν άπειροι άνθρωποι, αλλά όσοι ήρθαν, ήταν συνειδητό. Δεν είδαν κάτι που τους εξέπληξε αρνητικά. Ήρθαν και ήξεραν τι θα δουν και θα ακούσουν.

Αν μου τύχει να μην vibeάρει το κοινό, δεν θα τρελαθώ. Το έχω πολύ μοιρασμένο στο κεφάλι μου. Δεν είμαι στη σκηνή μόνο για να εξυπηρετήσω το κοινό. Είμαι και για να εξυπηρετήσω δικές μου ανάγκες. Αν δεν συνδεθώ με όλο το κοινό, αλλά με μερικούς, μου κάνει. Γιατί ξέρω ότι θα καλύψω σίγουρα αυτά που θέλω. Όταν τραγουδάω και κάνω αυτό που αγαπάω, είμαι πολύ καλά, είτε αφορά τον άλλον είτε όχι. Προσπαθώ να τον αφορά, αλλά δεν θα τα βάψω και μαύρα».

Ο Έρωτας είναι ένας μεγάλος ψεύτης. Στα μεγαλοποιεί όλα. Αυτή είναι η ιδιότητα του. Όταν εκπληρώνεται, σου γεννά συναισθήματα που δεν πιστεύεις ότι τα έχεις. Κι όταν απορρίπτεται ή σου πετάνε ψίχουλα, εσύ το μεγαλοποιείς.

«Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε ένα τεράστιο live με 50.000 κόσμο και σε μερικά μικρά με 50 άτομα κοινό, θα διάλεγα το δεύτερο. Έχει τεράστιο άγχος το να δημιουργήσεις κάτι για μία φορά και να φέρεις το βάρος να ενώσεις μεταξύ τους και με σένα τον ίδιο τόσες χιλιάδες ανθρώπων. Γι΄αυτό και τώρα που θα εμφανιστώ στο Gazarte, έβαλα δύο βραδιές γιατί δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι περνάω όλη αυτή τη διαδικασία για μια εμφάνιση.

Είναι μια τρομερή συνθήκη μαγείας οι 50.000 άνθρωποι, αλλά αγωνίζεσαι να προσαρμοστείς ηχητικά και ενεργειακά, δεν έχεις χρόνο για τριβή με τους μουσικούς σου, είσαι μόνη πάνω στη σκηνή απέναντι σε όλους. Είναι μεν αξέχαστο, αλλά δεν αισθάνομαι ότι εξασκούμαι και γίνομαι καλύτερη. Αν έχω όμως 10 live για λίγους θεατές, έχω τον χρόνο να εξελιχθώ. Δε θα είμαι ίδια στο πρώτο και στο δέκατο live. Νομίζω όλοι της γενιάς μου το ίδιο θα σου πουν. Έχουμε ανάγκη να παίζουμε πολύ και συχνά.

Σε ένα τέτοιο μέγεθος κοινού χάνεται και η αμεσότητα. Και με τον κορωνοϊό που τους έβαζαν 3 μέτρα μακριά από τη σκηνή, με τα φώτα στα μούτρα μας, χάνεις τον θεατή και είναι σαν να είσαι μόνος.

Εγώ έχω ξεκινήσει να κάνω κάτι άλλο από ένα σόου. Θέλω την οπτική επαφή με τον άνθρωπο που με ακούει».

«Για να νιώσω ένα τραγούδι, συνήθως αντλώ ιστορίες μου ή ιστορίες άλλων. Περισσότερο άλλων, γιατί αφενός δεν έχω προλάβει να ζήσω όλα τα βιώματα, αφετέρου με αφορά πάντοτε ο άλλος. Από τότε που με θυμάμαι, παρατηρώ ανθρώπους και καταστάσεις που δεν σχολιάζω. Απλά τις αποθηκεύω.

Πώς βίωσε κάποιος έναν έρωτα, έναν χωρισμό και αυτό το παίρνω πάνω μου, σαν να είναι δικό μου βίωμα και γι΄αυτό το τραγουδάω. Είναι να σου κάνει και κλικ ο στίχος, να ακούς μια φράση και να ξυπνάει κάτι μέσα σου. Αισθάνομαι πως εκρήγνυται μια ουσία μέσα μου, διαβάζω κάτι και αμέσως κάτι συμβαίνει, ένα αίσθημα, μια ευφορία. Οπότε προηγείται αυτό και μετά κάνω την ταύτιση με το βίωμα».

«Το Πες Μου Ψέμματα που λέμε με τον Φοίβο, το έγραψε ο Φοίβος, αλλά λίγο πριν το γράψει, εκείνη την ημέρα, είχαμε μια συζήτηση για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ψέματα που λέει ο καθένας στον εαυτό του. Απαρνιόμαστε τον αληθινό μας εαυτό για να αρέσουμε, για να μην πληγώνουμε, λέμε ψέματα και μένουμε σε σχέσεις, εθελοτυφλούμε…

Αυτή την κουβέντα είχαμε και ο Φοίβος το έκανε μετά ένα φανταστικό ποίημα. Είναι ο Φοίβος σε αυτό το κομμάτι. Απλώς η κουβέντα μας ήταν η αφορμή. Θυμάμαι να το συζητάμε με μια παρέα και να έχουμε ένα βάρος. Εγώ ταυτίζομαι απόλυτα με το κομμάτι γιατί συνηθίζω να προσαρμόζομαι στις επιθυμίες των άλλων και όχι σε αυτό που θέλω εγώ».

«Ο Έρωτας είναι ένας μεγάλος ψεύτης. Στα μεγαλοποιεί όλα. Αυτή είναι η ιδιότητα του. Όταν εκπληρώνεται, σου γεννά συναισθήματα που δεν πιστεύεις ότι τα έχεις. Κι όταν απορρίπτεται ή σου πετάνε ψίχουλα, εσύ το μεγαλοποιείς.

Αυτό όμως είναι η ιδιότητα του έρωτα κι όχι ένα ψέμα που λέμε μέσα μας. Θεωρώ ότι η κοινωνία μας επιβιώνει και λειτουργεί επειδή οι άνθρωποι λένε ψέματα στον εαυτό τους γι΄αυτό που θέλουν. Η βούληση των ανθρώπων είναι τσιμεντωμένη, καταπατημένη. Και γι΄αυτό το τραγούδι του Φοίβου είχε αυτή την επιτυχία και ταύτιση με το κοινό».

Προσπαθώ να περιφρουρήσω τι θα πάρει ο άλλος από μένα. Στην τελική, θα με απομυθοποιήσει κιόλας. Αν του δείχνω συνέχεια που πάω, θα χάσει το ενδιαφέρον. Ας υπάρχει ένα μυστήριο, είναι ωραίο να υπάρχει.

«Στον πρώτο μου έρωτα απέφυγα την αλήθεια. Ήθελα να ακούσω τα ψέματα του άλλου. Συμβαίνει αυτό στον έρωτα. Πολύ περισσότερο όμως αυτό που ήθελα τότε, ήταν να πάψω να μου λέω εγώ ψέματα για κάτι που δεν μου έκανε καλό. Γιατί έχω πει ψέματα πολύ σε μένα, αλλά και σε άλλους για να τους ικανοποιήσω. Και μετά αισθάνομαι σκάρτη και σκουπίδι. Το ψέμα παίζει πολύ. Είτε έτσι είτε αλλιώς, την αλήθεια είναι δύσκολο να την εκφράσεις».

«Στη ζωή μου και το πώς δρω, επιζητώ μόνο τα θετικά συναισθήματα, γιατί εγώ βυθίζομαι εύκολα στα σκοτάδια. Εξάλλου, δεν σε πάει και παρακάτω να κρατάς σφιχτά τα άσχημα συναισθήματα. Σε κρατά δέσμιο, δεν αναπτύσσεται. Είναι σαν κινούμενη άμμος. Στην τέχνη όμως και το τραγούδι είναι το σκοτεινό και θλιβερό που ψάχνω.

Αυτό συμβαίνει γιατί θέλω να απλώσω το χέρι στον άλλον που πατά στην κινούμενη άμμο. Μπορεί να μη συμπεριφέρομαι καλά στον εαυτό μου, αλλά θέλω να βοηθήσω τον άλλον. Οπότε κοιτάζω στη ζωή μου και στην προσωπικότητα μου να έχω μόνο το θετικό ως οδηγό, αλλά όταν εκφράζομαι καλλιτεχνικά, είναι πιο πολύ το αντίθετο».

«Δεν τα πάω καλά με τα social media. Άρχισα να τα χρησιμοποιώ για να προωθώ τη δουλειά μου. Έτσι έρχονται οι άνθρωποι στα live. Αλλά πια βλέπω εκεί και τον εαυτό μου. Αν θεωρήσουμε ότι το Instagram είναι ένα πορτραίτο του εαυτού μας, δεν έχω τίποτα περισσότερο απ΄αυτό που βλέπει κανείς στο προφίλ μου. Αυτά κάνω όλη μέρα. Πάω και διακοπές κτλ. που ανεβάζουν κι οι άλλοι, αλλά δε βλέπω πώς αφορά τον άλλον το πού πάω διακοπές. Η ζωή μου είναι σχεδόν όλα όσα αναρτώ στα social media.

Πιο μικρή, με καλλιτέχνες που μου άρεσαν, είχα κι εγώ αυτή την περιέργεια να μάθω τι κάνουν. Αλλά όταν άρχισα να έχω τριβή με το αντικείμενο, δεν μπορώ να αντιληφθώ τι το ενδιαφέρον θα προσφέρω σε κάποιον αν του δείξω τι έφαγα το πρωί. Τουλάχιστον αυτό έχω στο μυαλό μου. Σκέψου ότι πολύ συχνά, όταν κλείνει η προπώληση σε ένα live, δεν πιστεύω ότι θα έρθουν όλοι αυτοί να με ακούσουν.

Χαίρομαι τρομερά κι από την άλλη δε μπορώ να το πιστέψω. Σε κάθε περίπτωση προσπαθώ να περιφρουρήσω τι θα πάρει ο άλλος από μένα. Στην τελική, θα με απομυθοποιήσει κιόλας. Αν του δείχνω συνέχεια που πάω, θα χάσει το ενδιαφέρον. Ας υπάρχει ένα μυστήριο, είναι ωραίο να υπάρχει.

Και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις, μου αρέσει να κρατάω πράγματα για μένα. Αν ρωτήσεις γνωστούς και φίλους, συμμετέχω πολύ σε αστειάκια και τέτοια, αλλά στην ουσία δε μπαίνω με τίποτα. Οπότε, δεν ξέρω αν μου αρέσει το μυστήριο, αλλά νιώθω πιο άνετα έτσι, γιατί δε θα χρειαστεί έτσι κι εγώ να ανοιχτώ. Παίζω αμυντικά».

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η ευτυχία ως έννοια και ύπαρξη, είναι ένα κοινωνικό ψέμα. Βέβαια, υπάρχει. Αν δεν υπάρχει, να πάμε να φουντάρουμε. Απλώς είναι πολύ σχετικό το τι φέρνει την ευτυχία. Δε θεωρώ ότι μετριέται, ούτε κι ότι είναι εκεί για πάντα.

«Η μουσική είναι αυτό που με θρέφει 100%. Είναι η βασική μου ενασχόληση. Με θρέφει επίσης το ωραίο στα πράγματα. Όχι από την άποψη της ομορφιάς, αλλά που μου δημιουργούν όμορφα συναισθήματα. Για μένα είναι άλλο το ωραίο κι άλλο το όμορφο. Στο όμορφο δεν πιστεύω. Το ωραίο είναι ουσιώδες, όχι πλασματικό και σχηματικό. Το όμορφο δεν είναι και ωραίο. Το όμορφο έχει να κάνει με τη μορφή, μου περνάει παντελώς αδιάφορο. Στο μυαλό μου τα έχω διαχωρίσει αυτά. Μπορώ να μιλήσω περί ομορφιάς και να πω ότι ο άλλος είναι όμορφος, αλλά δεν είναι ωραίος εσωτερικά και αυτό θα είναι το βασικό μου ζήτημα. Αυτό έχει ουσία».

«Ο χρόνος που περνάει με αγχώνει. Περνάει και δεν εξελίσσομαι όσο θα ήθελα, μεγαλώνω κιόλας. Εγώ ξεκίνησα να δουλεύω και έλεγαν όλοι ότι είμαι μικρό κορίτσι. Πια δεν είμαι τόσο μικρή. Έχω διαρκώς και το άγχος αν υπήρξα σωστή, είμαι έντονα ενοχική. Άρα το βράδυ με κυνηγούν ο χρόνος και οι ενοχές μου. Στο τέλος της ημέρας σκέφτομαι τι έκανα για να εξελιχθώ, πώς φέρθηκα σε άλλους.

Σκέψου τώρα σου απαντάω και μέσα μου λέω “τι βλακείες απαντάω”. Μερικές φορές γυρίζω σπίτι και μου φταίνε πράγματα που δεν ξέρω ποια είναι. Είμαι απλά στενοχωρημένη. Κάτι μου φταίει σίγουρα. Δεν έχω βρει το τι. Σε αυτές τις φάσεις το παυσίπονό μου είναι οι κοντινοί μου άνθρωποι. Ούτε σειρές ούτε τίποτα. Μόνο άνθρωποι. Και τα ζώα».

«Δεν θέλω να πιέζω την ύπαρξη του έρωτα στη ζωή μου. Αν έρθει, έχει καλώς. Αν δεν υπάρχει, δεν πειράζει. Δε μου αρέσει να το καθορίζω. Θεωρώ ότι ο έρωτας ίσως και να είναι ο λόγος που ζούμε, ότι είναι το μόνο που αξίζει να ζεις γι΄αυτό. Αλλά εμένα προσωπικά δε μου λειτουργεί έτσι. Δε μπορώ να είμαι ερωτευμένη με τα πάντα. Ερωτεύομαι πολύ συγκεκριμένα πράγματα κι ανθρώπους, γι΄αυτό μου είναι πιο σπάνιο. Αλλά όταν μου συμβεί, τα λέμε. Ίσως έχω απαιτήσεις απ΄τα πράγματα. Βλακεία. Το παίρνω πίσω.

Όχι απαιτήσεις, προσδοκίες έχω. Και δεν είναι εύκολο να γυρίσεις σπίτι και να πεις “είμαι ερωτευμένη”. Όμως, ερωτεύομαι και πράγματα, όχι μόνο ανθρώπους. Οι προσδοκίες που έχω μάλλον δεν είναι δικαιολογημένες, αλλά δεν θέτω και  ψηλά τον πήχη. Δεν τα μετράς αυτά. Είναι το πόσο γεμίζεις από ντοπαμίνη. Δεν περιμένω κάτι συγκεκριμένο και μετρήσιμο. Γι΄αυτό και δε μου συμβαίνει συχνά. Όταν μου συμβεί, είμαι εκεί στο απόλυτο».

«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η ευτυχία ως έννοια και ύπαρξη, είναι ένα κοινωνικό ψέμα. Βέβαια, υπάρχει. Αν δεν υπάρχει, να πάμε να φουντάρουμε. Απλώς είναι πολύ σχετικό το τι φέρνει την ευτυχία. Δε θεωρώ ότι μετριέται, ούτε κι ότι είναι εκεί για πάντα. Ναι, αυτό το ζευγάρι είναι ευτυχισμένο. Αύριο δε θα είναι. Όλα είναι πρόσκαιρα, έρχονται και πάνε. Δεν θέλω να είμαι απόλυτη με τίποτα σε αυτά. Δεν έχει νόημα. Έχω μέρες ευτυχίας, έχω μέρες που δεν είμαι. Αλλά όχι ότι δεν υπάρχει. Γιατί αν δεν υπάρχει, τι περιμένουμε να ζήσουμε;

Όταν είμαι ευτυχισμένη το λέω, όταν δεν είμαι πάλι το λέω. Και δεν είναι μόνο από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι κι από τη μια στιγμή στην άλλη. Θα είμαι ευτυχισμένη μετά από ένα live και μετά θα πάω σπίτι μου και θα σπάσω κάτι από τα νεύρα μου. Αυτό είναι και το ωραίο στη ζωή, να είναι κυκλοθυμική, να κάνει κύκλους».

«Νιώθω ένα άδειασμα μετά από κάθε live, αλλά το θεωρώ απαραίτητο και πρακτικό. Είμαι με την αδρεναλίνη στα ύψη, έχω άγχος, στρες, ενθουσιασμό και μετά ακολουθεί η ανακούφιση, κατεβάζεις ρυθμούς και πέφτεις. Αλλά είναι απαραίτητο να γίνει, γιατί αν είσαι συνέχεια εκεί, θα πέσεις μια για πάντα. Είναι σημαντικό να έχουμε μέτρο στα πράγματα.

Ναι, υπάρχει άδειασμα, αλλά οι στιγμές που φτάνουμε στα άκρα και έχουμε ξεσπάσματα προς τη μία ή την άλλη πλευρά, είναι πολύ πολύ χρήσιμες για να σε κρατάνε σε ένα επίπεδο. Η ζωή μας δεν είναι επίπεδη, είναι καρδιογράφημα. Τα ξεσπάσματα είναι ουσιώδη για την ψυχική μας υγεία».

«Όταν ζορίζομαι πολύ, έχω την τάση να φεύγω. Μπαίνω σε καράβια, αεροπλάνα και πάω κάπου να βρω κάποια φίλη, να βρεθώ με ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο, δεν είναι στον κύκλο μου. Αυτό κάνω όταν ζορίζομαι. Το έχω συνέχεια στο μυαλό μου ότι αν βρω 3-4 μέρες κενές, θα φύγω. Δεν το αποφασίζω, είναι πάντα εκεί σαν σκέψη».

* Φωτογραφίες: Γιώργος Ζάχος/Intime

** Η φωτογράφιση και συνέντευξη έγινε στο cafe-restaurant του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στο Παγκράτι

*** Η Νεφέλη Φασούλη σε περιμένει στο Gazarte σήμερα και την άλλη Παρασκευή. Για εισιτήρια και infos εδώ.