Ο καλύτερος International player που έχει παίξει ποτέ στο ΝΒΑ λέγεται «Μανού»!

Ο «παππούς» μεταξύ των συμπαικτών του έχει βρει άλλωστε ένα μαγικό ζωμό, όπως καταμαρτυρούν οι ίδιοι
Δημήτρης Καναβαράκης

Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

«Οι άνθρωποι δεν σταματούν να παίζουν επειδή γερνούν. Γερνούν επειδή σταματούν να παίζουν», είναι μια από τις σπουδαίες ατάκες του Αμερικανού λογοτέχνη Όλιβερ Ουέντελ Χολμς.

Δεν ξέρουμε αν ο Μανού Τζινόμπιλι έχει εντρυφήσει στη φιλοσοφία ενός ποιητή που έζησε τον 19ο αιώνα, το σίγουρο είναι όμως ότι μοιάζει να έχει ρουφήξει ως το μεδούλι την εν λόγω διδαχή, αψηφώντας επιδεικτικά τα –κατά τον Παντελή Θαλασσινό – πισώπλατα χτυπήματα του χρόνου.

Ο φημισμένος και ως πανδαμάτωρ πασχίζει εις μάτην έως τώρα να δαμάσει την ενέργεια, τη δίψα και εν τέλει το μεγαλείο του πιθανότατα κορυφαίου μη Αμερικανού παίκτη στην ιστορία του μπάσκετ.

Διότι, συμπαθάτε μας, αλλά αν το ένα από τα κριτήρια σε μια τέτοια ψηφοφορία είναι η διάρκεια –που προφανώς πρέπει να είναι- τότε μόνο δύο μπορούν να αντιπαρατεθούν με τον τεράστιο Αργεντίνο.

Άρβιντας Σαμπόνις, Ντράζεν Πέτροβιτς, Τόνι Κούκοτς και Νίκος Γκάλης χάνουν εξ’ αυτού μοιραία στη σύγκριση, ο μεγάλος Καναδός Στιβ Νας δεν πήρε ποτέ τίτλο, ο Τόνι Πάρκερ είναι… ακόμα 35 (ενώ ο Γιάννης Αντετοκούνμπο μόνο 23!) και μένουν μόνο ο Ντιρκ Νοβίτσκι και ο Πάου Γκασόλ, που επίσης έχουν ξεχειλώσει ηλικιακά την καριέρα τους κι -όπως κι εκείνος- αναδείχτηκαν σε τοτέμ για τις Εθνικές Ομάδες τους.

Στην κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνουμε τους Χακίμ Ολάζουον (Νιγηρία), Πάτρικ Γιούιν (Τζαμάικα) και Τιμ Ντάνκαν (Παρθένες Νήσοι), αφού όλοι ανατράφηκαν μπασκετικά στις ΗΠΑ και -παίρνοντας την υπηκοότητα- έπαιξαν στην Εθνική Ομάδα της χώρας (οι δύο πρώτοι στην Dream Team).

Συνηθίζουμε να λέμε – και σωστά – ότι τέτοιου είδους συγκρίσεις μεταξύ κορυφαίων είναι άτοπες και σε τελική ανάλυση η προτίμηση επαφίεται σε καθαρά προσωπικά γούστα. Αλλά αν διεξαγόταν πράγματι μια τέτοια ψηφοφορία, το χέρι μας δεν θα μπορούσε να πάει πουθενά αλλού πέραν του Λατίνου με το μπασκετικό IQ, την αλεγρία και τη χάρη που συναντάς μόνο σε εκπροσώπους της πατρίδας του αθλήματος.

Στον αδόκιμο έστω δείκτη «μπασκετοσύνη», σε συνδυασμό με τη διάρκεια ηγετικού ρόλου σε πρωταγωνιστική ομάδα, μόνο τα ιερά τέρατα των ΗΠΑ μπορούν να συγκριθούν με τον άνθρωπο που χειμώνα-καλοκαίρι έπαιζε ανελλιπώς στα play-off του NBA και στις μεγαλές διοργανώσεις με την Εθνική Αργεντινής.

Είναι αυτός που παρέα με τους Πάρκερ και Ντάνκαν συνέθεσαν το καλύτερο τρίο από καταβολής NBA (με το ρεκόρ των 575 νικών) και αυτός που έγινε μόλις ο τέταρτος της ιστορίας (μετά τους Τζόρνταν, Πίπεν και ΛεΜπρον), που κατέκτησε την ίδια αγωνιστική σεζόν το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο και το δαχτυλίδι του NBA.

Είναι παράλληλα ο ένας από τους δύο (ο Μπιλ Μπράντλεϊ ο άλλος) που έχει αυτά τα δύο παράσημα + την κούπα της Ευρωλίγκα στη συλλογή του, κυρίως όμως αυτός που εξελίχθηκε σε εφιάλτη των Αμερικανών στις διεθνείς διοργανώσεις.

Για πρώτη φορά μετά τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης οι ΗΠΑ κατέβασαν NBAers στο (εντός έδρας μάλιστα) Μουντομπάσκετ του 2002, μόνο και μόνο για να εξελιχθεί σε εθνική «ντροπή» η αντάμωση τους στον ημιτελικό με την παρέα του Μανού (80-87).

Αν και υποψιασμένοι, το κάζο των Αμερικανών επαναλήφθηκε στην Αθήνα, όπου στερήθηκαν το Χρυσό μετάλλιο για μία και μοναδική φορά από τις έξι τελευταίες διοργανώσεις Ολυμπιακών Αγώνων.

Αυτή η ραψωδία στο ΟΑΚΑ, στις 27 Αυγούστου του 2004, έχει καταγραφεί ως το πιο ηρωικών διαστάσεων one-man show στην ιστορία των Ολυμπιακών τουρνουά, καθότι απέναντι σε μια παρέα αποτελούμενη από Ντάνκαν, Άιβερσον, Γουέιντ, Μάρμπερι, Στουνταμάιρ και του νεαρού τότε Λεμπρόν, ο Τζινόμπιλι έβαλε 29 πόντους (9/14 διπ., 4/6 τρ.), οδηγώντας τη Σελέστε στο 89-81.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, ισάριθμες συμμετοχές στα play-off του NBA και συνολικά τέσσερις τίτλους με το Σαν Αντόνιο, θα περίμενε κανείς ότι ο λεγάμενος θα είχε αράξει, ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ των αναμνήσεων και παίζοντας μπάσκετ μόνο στο προσωπικό γηπεδάκι, σε ρόλο μέντορα για τους τρεις γιους του.

Έχει ωστόσο βρει καλύτερο τρόπο για να ενσαρκώνει το απόλυτο πρότυπο στα μάτια τους. Εφευρίσκοντας διαρκώς νέα κίνητρα, «αρνείται» να συμβιβαστεί με τη νομοτελειακή αρχή της παρακμής, παραμένοντας στα 40 του (τα έκλεισε τον Ιούλιο) ένας παίκτης που μπορεί να κάνει τα πάντα στο παρκέ. Προφανώς τα περισσότερα τα κάνει ένα «κλικ» πιο αργά, αλλά υπάρχει κι ένα στοιχείο στο παιχνίδι του που φαίνεται ότι αποφάσισε να το βελτιώσει τώρα, στα μπασκετικά «γεράματα».

Απομένει να φανεί αν το 9/13 τρίποντα (!) που είχε στα κολλητά παιχνίδια με Φίνιξ και Μπλέιζερς είναι αποτέλεσμα ρέντας ή στοχευμένης προπόνησης, προκειμένου να ισοσκελίσει τη φυσική φθορά στις καταστάσεις ένας με έναν.

Σε αυτά τα δύο παιχνίδια ο Μανού έγινε ο μόλις τέταρτος παίκτης της ιστορίας (μετά τους Πάρις, Τζαμπάρ και Τζόρνταν) που, έχοντας πατήσει τα 40, πετυχαίνει back to back 20+ πόντους (21+26). Μόλις ο πρώτος ωστόσο 40αρης που το έκανε ερχόμενος από τον πάγκο.

Ο «πάγκος» ίσως και να είναι στάχτη στα μάτια των αντιπάλων. Είναι σαφές πια ότι ο θρυλικός αριστερόχειρας από την Μπάχια Μπλάνκα του Μπουένος Άιρες δεν αποφάσισε να υπογράψει πέρσι διετές συμβόλαιο (ναι, θα παίξει και του χρόνου!) για να έχει συμπληρωματικό ρόλο. Ο «παππούς» μεταξύ των συμπαικτών του έχει βρει άλλωστε ένα μαγικό ζωμό – ελιξίριο νεότητας, όπως θα διαπιστώσετε στο παρακάτω βίντεο.

Αν και κάτι μας λέει ότι δεν είναι τίποτε άλλο από την υπερβολική δόση… μπάσκετ που κυλάει στις φλέβες του.