Γιατί τα αλ ντέντε μακαρόνια είναι η μεγαλύτερη ντροπή του είδους

Οποία βλασφημία…

Άλλη μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Από τότε που έφυγε το ΠΑΣΟΚ από την εξουσία όλες οι μέρες στη δουλειά είναι δύσκολες. Ενώ με το κίνημα η δουλειά ήταν ευτυχία (μια φορά το χρόνο που πατάγαμε, γυρίζοντας απ’ τον Αντύπα). Περιμένεις πώς και πώς να πάει 12:00 να συμπληρώσεις 4 ώρες στο εργασιακό μπουντρούμι για να φύγεις (και άλλες 6 ώρες κολλημένος στην Κηφισίας που γίνονται έργα απ’ το 1979, έκλεισες δεκάωρο).

Μετά από 2 ώρες κάτω απ’ τη γέφυρα, με τον ταρίφα δίπλα σου να παίζει Σκουριές με τη μύτη του (εξόρυξη χρυσού χωρίς τη βοήθεια της El Dorado), με μουσική υπόκρουση το «Μ’ αγαπούν στη Λιβαδειά» του Κώστα Πισίνα, ετοιμάζεσαι να καταρρεύσεις σαν την Ευγενία Μανωλίδου! Μια αχνιστή σκέψη μόνο σε κρατάει ακόμα όρθιο…

Μια σκάφη μακαρόνια με μπόλικο κιμά και τριμμένο τυράκι από πάνω, και τρεις μποτίλιες νερό (όταν βάζεις μπουκιά-γίγαντα στο στόμα και σου κάθεται στο λαιμό, να σπρώχνει το νερό το μακαρόνι και να κάνει πατινάζ στον οισοφάγο).

Με τα πολλά φτάνεις σπίτι, πας πάνω από την κατσαρόλα, την ανοίγεις, παίρνεις ένα μακαρόνι και εκεί που ο ουρανίσκος σου είναι έτοιμος να έρθει σε πολλαπλό οργασμό, ακούς ένα «κρακ» και γίνεσαι πιο πρασινομπλέ και από τον Χαλκ που ‘χει πάρει βιάγκρα…

Σου ‘φυγε η κουφάλα από το δόντι γιατί ενώ είπες στη μοιχαλίδα να σου κάνει μακαρόνια μέλισσα με κιμά, εκείνη έβαλε τη μέλισσα μαζί με την κηρήθρα. Και σε ρωτάμε κυρία μου…

Αν ήμασταν βιτσιόζοι και θέλαμε να φάμε τα μακαρόνια άβραστα, θα σου ‘λέγαμε να μαγειρέψεις; Όχι. Θα ανοίγαμε το κουτί θα παίρναμε μια πιρουνιά με τη χούφτα και θα τα τρώγαμε ωμά σαν τους Βησιγότθους. Μα είναι σου λέει αλ ντέντε! Μπα; Βρε τι μας λες…

Δηλαδή αν ζητήσουμε πουρέ και εσύ μας φέρεις μια άψητη πατάτα, θα μας πεις ότι είναι πουρές αλ ντέντε; «Μα είναι» λέει, «της μόδας». Και; Και οι εσπαντρίγιες είναι της μόδας, θα τις έτρωγες ποτέ με κιμά ή ορφανές; Ποιος ανώμαλος μπορεί να παραγγέλνει μακαρονάδα, να του φέρνουν συρματόπλεγμα και τελικά να του αρέσει κιόλας;

«Μα το μακαρόνι πρέπει να κρατάει» θα σου πουν οι βλάσφημοι μακαρονομάχοι. Και τι είναι το μακαρόνι να κρατάει, το φελέκι μου μέσα, ο Πύρρος Δήμας κάτω απ’ την μπάρα είναι; Το σωστό, το πρόστυχο, το αλανιάρικο το μακαρόνι, το ρουφάς και κατεβαίνει σαν σερπαντίνα, δεν το πιάνεις να κάνεις άλμα επί κοντώ σαν την Κατερίνα Στεφανίδη…

Δες το και επιστημονικά το πράγμα. Για να γίνουν αλ ντέντε τα μακαρόνια πρέπει να τα αφήσεις 8 λεπτά. Ήτοι 480 δευτερόλεπτα. Τι προλαβαίνεις να κάνεις σε 480 δευτερόλεπτα; Ούτε καν τα προκαταρκτικά. Άρα τα μακαρόνια που έφτιαξες είναι ανικανοποίητα. Θέλουν δουλειά ακόμα για να τελειώσουν…

Αν είχαν φωνή να μιλήσουν και τα ρώταγες τι έχουν θα σου απαντούσαν «Τίποτα. Δεν έχω τίποτα» ενώ ο σκληρός τους δίσκος θα κατέγραφε 3.567 λόγους για τους οποίους ευχαρίστως θα σε έσφαζαν σαν κόκορα στα θεμέλια της κουζίνας…

Τι είσαι αυτή τη στιγμή, πες μου τι είσαι; Ναι, αυτό που φαντάζεσαι είσαι (ok, το δεύτερο πράγμα που φαντάστηκες κυρ-Στέφανε). Είσαι πρωταγωνιστής βιβλίου της Χρυσηίδας Δημουλίδου. Ο ξερακιανός ήρωας με τη γαμψή μύτη που άφησε ακάλυπτη τη μακαρονάδα του στο κελάρι της ντροπής…

Μιλάμε, αν δεν το ‘χεις καταλάβει για την υπέρτατη βλασφημία. Στην κατσαρόλα σου αυτή τη στιγμή γυρίζεται το «Walking Dead». Τα αλ ντέντε μακαρόνια είναι νεκροζώντανα. Είναι τα ζόμπι των μακαρονιών. Για να καταφέρεις να φας αυτούς τους βρυκόλακες που έφτιαξες πρέπει να τους ρίξεις σκόρδο, αγιασμό και να τα καρφώσεις με ένα ξύλινο παλούκι.

Φέρε πιο κοντά το αυτί σου, να ακούσεις το μακαρόνι σου. Άστο άλλα 15 λεπτά να βράσει και μετά βάλε τις γαλότσες σου και μπες στη λασπουριά. Κάθε μπουκιά σε αυτό το παραβρασμένο έργο τέχνης, θα είναι και μια βουτιά στα δροσερά νερά της γευστικής απόλαυσης! Είδες τι έχανες τόσο καιρό;