Τα 10 χαρακτηριστικά ενός γνήσιου Κρητικού

Πάντα η Κρήτη διαφορά έχει από τσ’ άλλους τόπους, γιατί έχει αντάρτικη ψυχή και κουζουλούς αθρώπους!
Γιώργος Μαραθιανός

Γράφει ο Γιώργος Μαραθιανός

Όταν μιλάει ένας Κρητικός για την Κρήτη το αποτέλεσμα είναι πάντα δεδομένο.

Είναι σαν να ρωτάς τον Τάκη Τσουκαλά ποια είναι η καλύτερη ομάδα.

Έναν αμετανόητο ΠΑΣΟΚο της δεκαετίας του ’80 σαν τον πατέρα μου ποιος είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός που έβγαλε ποτέ η χώρα.

Μια μάνα που βρίσκεται σε σχολική γιορτή για το ποιο παιδί απ’ όλα είπε καλύτερα το ποίημα του.

Ε, την ίδια αντικειμενικότητα (πρέπει να) περιμένεις και από έναν Κρητικό όταν αναφέρεται στο ομορφότερο νησί του κόσμου.

Πέρα όμως από τοπικιστής, σε σημείο που οι άλλοι να τον διακόπτουν όταν ξεκινά να μιλάει με την ατάκα «ναι, ναι, ξέρουμε στην Κρήτη όλα είναι καλύτερα», ο Κρητικός συγκεντρώνει πολλά ακόμα χαρακτηριστικά.

Κι ακόμα αν δεν είναι όλα κολακευτικά («τι να κάνουμε, θα βγούνε και μαλάκες», όπως λέει και στην εκπομπή του ο Ραπτόπουλος) αναμφίβολα τον καθιστούν… μια κατηγορία μόνο του.

Αφήνοντας στην άκρη λοιπόν τη μειοψηφία που χρησιμοποιεί τα όπλα για ψευτομαγκιά και τους λογής-λογής «καπετάνιους» (όπως ειρωνικά αναφέρονται και από τους ίδιους τους συντοπίτες τους) κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Κρητικός:

-Έχει λόγο τιμής και τον βάζει πάνω απ’ όλα.

Τίποτα δεν είναι πιο βέβαιο σ’ αυτόν τον κόσμο από κάτι που δεσμεύτηκε να κάνει ένας Κρητικός δίνοντας το χέρι του. Πάνω από οτιδήποτε άλλο και ανεξάρτητα από το αν και τι προσωπικό κόστος υπάρχει, τα παντελόνια (και το μουστάκι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων) του επιβάλλουν να μείνει πιστός στις αρχές του. Τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από το να κυκλοφορεί με το κεφάλι ψηλά και το κούτελο καθαρό.

-Έχει λεβεντιά.

Αν για κάποιο λόγο έπρεπε να αφανιστεί η λέξη «λεβέντης», θα μπορούσε άνετα (και χωρίς να αλλοιώνεται στο παραμικρό το νόημα της υπόλοιπης πρότασης) να την αντικαταστήσει η λέξη «Κρητικός». Ο συνδυασμός των δυο βασικών αρχών για να χαρακτηριστείς έτσι -θάρρος και ειλικρίνεια- είναι αυτονόητος στην ανατροφή του. Και τυχόν απουσία τους λόγος για να ντρέπεται ο γονιός που τη διαπιστώνει στο παιδί του.

-Είναι φιλόξενος.

Πουθενά αλλού η προτροπή «σαν στο σπίτι σου» δεν αποκτά πιο κυριολεκτική σημασία από το σπίτι/το χωριό/το μαγαζί ενός Κρητικού. Από το πιο απλό πράγμα (να σου δείξει έναν δρόμο) μέχρι την πιο μεγάλη εξυπηρέτηση (να βγει από το κρεβάτι του για να κοιμηθείς εσύ) θεωρεί υποχρέωση -και όχι μπελά- να νιώσει καλά ο ξένος στον τόπο του. Το κέρασμα είναι παντού δεδομένο και η αποδοχή του (είτε αφορά φαγητό, είτε ποτό) υποχρεωτική.

-Δεν κωλώνει πουθενά.

Είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελες να κάνεις εχθρό σου. Όταν νιώθει ότι τον προσβάλλουν, τον αδικούν ή απειλείται κάτι δικό του, είναι προτιμότερο να μην είσαι εσύ ο υπαίτιος. Όποιος κι αν είσαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα το θυμάται. Και να ‘σαι βέβαιος πως θα βρει τον τρόπο (χωρίς απαραιτήτως να μεταχειριστεί βία) ώστε να σε πείσει ότι δεν θα ήταν καλή ιδέα να το επαναλάβεις.

-Είναι εύθικτος.

Κάποια πράγματα που για τους υπόλοιπους είναι συζητήσιμα, για τον Κρητικό είναι αδιαπραγμάτευτα. Ειδικά αν μιλάμε για θέματα αρχών και παραδόσεων, δεν σηκώνει κουβέντα. Έστω λοιπόν κι αν κάποιες φορές υπερβάλλει, δεν θα αφήσει ποτέ κάτι να πέσει κάτω. Θα ζητήσει τον λόγο αν υποψιάζεται ότι πας να τον κακολογήσεις. Για την αξιοπρέπειά του δεν επιτρέπει το παραμικρό υπονοούμενο.

 -Θεωρεί την οικογένεια ιερή.

Τιμάει τους γονείς (ακόμα και μετά που θα πεθάνουν), έχει ψηλά τη γυναίκα του, θα σκότωνε αν χρειαζόταν για τα παιδιά του. Στον γάμο του θα έχει 800 καλεσμένους -επειδή είναι αδιανόητο να μην καλέσει όλο το σόι- στις γιορτές το σπίτι του θα είναι πάντα γεμάτο -από αδέρφια και συντέκνους μέχρι θείους και μπατζανάκηδες- και στην ανάγκη θα σκιστεί να βοηθήσει τον συγγενή του, ακόμα κι αν είναι μακρινός του ξάδερφος.

-Είναι χουβαρντάς

Δεν μιζεριάζει, δεν μετράει τα λεφτά κάθε μέρα και δεν σφίγγει τα ευρώ στις παλάμες του μέχρι να ματώσουνε. Το σπίτι του θα ‘χει πάντα τα απαραίτητα για να υποδεχθεί παρέα, τα φιλέματα σε συγγενείς και ξένους είναι δεδομένα και η προσταγή «κέρασέ τονε» όταν βρίσκεται κάπου έξω και εμφανιστεί κάποιος γνωστός του είναι αυτονόητη. Δεν συζητάμε για την περίπτωση να είναι ο ίδιος ιδιοκτήτης καταστήματος, όπου το κέρασμα συναγωνίζεται σε ποσότητα την κανονική παραγγελία.

-Δεν «καρφώνει».

Ανάμεσα στα δεκάδες καλά, γίνονται και κάποια άσχημα στην Κρήτη. Όσο τοπικιστής και να είσαι, θα ήταν γελοίο να μην το παραδεχθείς. Ό,τι κι αν συμβαίνει όμως -ακόμα και μπροστά στα μάτια του- ο Κρητικός δεν θεωρεί δουλειά του να το πει. Να προσπαθήσει να το αλλάξει ή να το εμποδίσει με τον δικό του τρόπο, ναι. Να μαρτυρήσει όμως όχι. Ρουφιάνος δεν ήταν και δεν θα γίνει ποτέ και για κανέναν.

-Μισεί τους φασίστες.

Ένας τόπος που υπέφερε από τον ναζισμό -και παράλληλα ήταν εκείνος που του αντιστάθηκε περισσότερο και πιο δυναμικά από οποιονδήποτε άλλο- δεν θα μπορούσε να βγάζει υποστηρικτές του. Όχι ότι δεν υπάρχουν καθόλου, αλλά για τον μέσο Κρητικό είναι δακτυλοδεικτούμενοι. Εξάλλου τα μικρότερα εκλογικά ποσοστά σε ολόκληρη τη χώρα η «Χρυσή Αυγή» τα έλαβε στα μέρη του.

-Είναι γλεντζές και «της παρέας»

Ξέρει να χαίρεται τη ζωή του και να μοιράζεται τις χαρές της με τους άλλους. Κάθε γείτονας, περαστικός ή και ξένος είναι εν δυνάμει συντροφιά του «να πιούμε μια ρακή». Με κάθε αφορμή -είτε είναι γάμος, είτε βαφτίσια, είτε απλά καζάνι- στήνει πανηγύρι. Αλλά και ανά πάσα στιγμή (χωρίς να χρειάζεται αφορμή) δημιουργεί παρεάκια που με μαντολίνο, καλό κρασί και μπόλικη κουζουλάδα μεγαλουργούν μπροστά από ένα τζάκι ή μια ξυλόσομπα.