Η «πόλη των νεκρών γυναικών»: Έτσι γράφτηκε ο επίλογος στο «θρίλερ» της Σιουδάδ Χουάρες

Το φαινόμενο των κατά συρροή δολοφονιών γυναικών παραμένει έως και σήμερα μυστήριο. Το βιβλίο μιας δημοσιογράφου όμως φωτίζει άγνωστες έως τότε πτυχές
Βρείτε μας στο Facebook

Μόλις μερικά τετράγωνα από το κέντρο της πόλης, τα τείχη ενός πρώην ξενώνα καλύπτονται με τα πρόσωπα 50 αγνοούμενων νεαρών γυναικών και δεκάδες μαύρους ζωγραφισμένους σταυρούς σε ροζ φόντο. «Donde Estan?» («Που είναι;») αναφέρει η επιγραφή, αποτυπώνοντας την «ομερτά» που κάλυπτε την πιο αλλόκοτη σειρά εγκλημάτων στο προπύργιο της μεξικάνικης παρανομίας.

Ακόμα και ο πλέον ανυποψίαστος επισκέπτης της Σιουδάδ Χουάρες θα αντιλαμβανόταν από τη μυρωδιά θανάτου στην ατμόσφαιρα ότι κάτι απόκοσμο συνέβαινε εκεί. Η πάλαι ποτέ Άγρια Δύση στα χειρότερα της. Χωρίς νόμους, χωρίς καμία αναστολή για το οργανωμένο έγκλημα. H τύχη και οι ζωές των κατοίκων αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του.

Όχι, δεν πρόκειται για μία κουκίδα στο χάρτη, που έχει αυτονομηθεί από την κεντρική εξουσία. Είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη του Μεξικού, με 1,3 εκατ. ψυχές. Κι όμως, αυτή η περιοχή μετατρέπεται σε πόλη – φάντασμα, λίγο προτού δύσει ο ήλιος. Έκτοτε κυκλοφορούν μόνο όσοι επιστρέφουν από τις δουλειές τους. Και μόνο οι πιο… τολμηροί.

Η Σιουδάδ Χουάρες ανήκει στην πολιτεία Τσιουάουα και βρίσκεται στα σύνορα της χώρας με τις ΗΠΑ, απέναντι από το Ελ Πάσο του Τέξας. τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μετά την εφαρμογή της NAFTA που κατάργησε τους δασμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών της Βόρειας Αμερικής, άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί οι λεγόμενες maquiladoras, εργοστάσια που κατασκευάζουν υπεργολαβικά είδη και εξαρτήματα για μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Έτσι η Χουάρες, άλλοτε τουριστικό και παραθεριστικό κέντρο των Αμερικανών λόγω της γραφικότητας της, έγινε μια πυκνοκατοικημένη εργατούπολη και εξελίχθηκε σε μία από τις γρηγορότερα αναπτυσσόμενες πόλεις της χώρας.

Οι πάνω από 350 maquiladoras απασχολούν το 60% του εργατικού δυναμικού της Πολιτείας, με ημερομίσθιο, στην καλύτερη περίπτωση, περίπου πέντε δολαρίων Αμερικής. Πολλοί από τους εργαζόμενους είναι φτωχοί και μένουν σε παραγκουπόλεις, ενώ ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό (περίπου 58%) είναι γυναίκες.

Λόγω της θέσης της στα σύνορα, η Χούαρες αποτελεί όμως και το μεγαλύτερο κέντρο λαθρεμπορίου και διακίνησης ναρκωτικών του Μεξικού από και προς τις ΗΠΑ. Το τοπικό καρτέλ, που εκτιμάται ότι είναι από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις στον κόσμο, διακινεί το 50% των ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ. Έτσι, την ίδια πορεία με την αύξηση του πληθυσμού και της βιομηχανικής δραστηριότητας στην πόλη ακολούθησε και η εγκληματικότητα. Σε τέτοιο βαθμό ώστε την τριετία 2009-2012 να χαρακτηριστεί ως «το πιο βίαιο μέρος της Γης μετά τις εμπόλεμες ζώνες».

Τα όρνια εγκαταστάθηκαν πάνω από την πόλη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε ο διαβόητος Αμάντο Καρίγιο Φουέντες ανέλαβε την αρχηγία του τοπικού καρτέλ, κατ’ επέκταση και τη διοίκηση αυτής. Οι δολοφονίες και οι απαγωγές μετατράπηκαν σταδιακά σε ρουτίνα. Ο αριθμός τους έφτανε έως και σε τριψήφια νούμερα ανά ημέρα. Ο πόλεμος των συμμοριών για τον έλεγχο της περιοχής και η πλήρης διαφθορά των τοπικών αρχών συνέθεσαν ένα σκηνικό απόλυτης ασυδοσίας, όπου η έννοια δίκη δεν είχε καμία θέση. Ούτε καν ως «θεία».

Αυτό όμως που καθιστά μοναδική σε επίπεδο εγκληματικότητας και βίας τη Χουάρες είναι η «ανάδειξη» της σε τόπο μαρτυρίου των γυναικών. Από τον Ιανουάριο του 1993, που βρέθηκαν κακοποιημένα και εγκαταλελειμμένα στην έρημο έξω από την πόλη τα πτώματα της 13χρονης Άλμα Τσαβαρία και της 16χρονης Λούνα Βιγιαλόμπος, οι δολοφονίες γυναικών έλαβαν τη διάσταση φαινομένου. Ένα φαινόμενο που ποτέ δεν βρήκε εξήγηση, παραμένοντας ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο οργανωμένου εγκλήματος στα χρονικά.

Οι δολοφονίες αφορούν κυρίως νεαρές γυναίκες των κατώτερων οικονομικά τάξεων. Η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων έχει ηλικία μικρότερη των 30 ετών, ενώ πάνω από το 50% είναι κάτω των 19 ετών.

Περίπου το 1/3 των δολοφονιών αφορά γυναίκες τα πτώματα των οποίων βρέθηκαν κακοποιημένα, ακρωτηριασμένα και εγκαταλελειμμένα σε ερημικές περιοχές μέσα ή γύρω από την πόλη. Αλλά κοινά στοιχεία πολλών δολοφονιών είναι η σεξουαλική κακοποίηση, ενίοτε ο ακρωτηριασμός, ο θάνατος από ξυλοδαρμό ή στραγγαλισμό και η μερική καύση των πτωμάτων προκειμένου να μην αναγνωριστούν.

Αρκετές από αυτές, γύρω στις 50, δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ καθώς βρέθηκαν αρκετό καιρό μετά το θάνατό τους.

Η συντριπτική πλειονότητα από αυτές τις γυναίκες εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν καθώς επέστρεφαν από τη δουλειά τους στη maquila ή πήγαιναν σε βραδινά μαθήματα. Αρκετές από αυτές κρατήθηκαν αιχμάλωτες για αρκετές μέρες πριν δολοφονηθούν, ενώ κάποιες δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ, καθώς βρέθηκαν αρκετό καιρό μετά το θάνατό τους.

Μπροστά σε αυτό το καθεστώς φρίκης η κεντρική εξουσία της χώρας παρέμενε απαθής επί σειρά ετών, μολονότι ήταν κοινό μυστικό ότι οι τοπικές αρχές αποτελούσαν πλοκάμια του υποκόσμου των καρτέλ. Τα αίτια των δολοφονιών δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ, ενώ οι συλλήψεις ενόχων (ή μη) αντιστοιχούν μόλις στο 3% των περιπτώσεων.

Από τρεις το χρόνο έως το 1993 οι δολοφονίες γυναικών δεκαπλασιάστηκαν στις τρεις το μήνα για τα επόμενα 12 τουλάχιστον χρόνια, αλλά σε αυτούς τους αριθμούς περιλαμβάνονται μόνο τα θύματα με εξακριβωμένη ταυτότητα. Αν συνυπολογιστούν αυτές που θεωρήθηκαν αγνοούμενες, τα θύματα τείνουν να είναι πάνω από χίλια σε βάθος 20ετίας.

Ο βασικός ύποπτος κατά το μεξικανικό κράτος ήταν ο Αιγύπτιος χημικός Αμπντέλ Σαρίφ, που εξέτισε ποινή 20 χρόνων στις φυλακές της χώρας. Συνελήφθη το 1995 και καταδικάστηκε για βιασμούς και μερικούς από τους πρώτους φόνους γυναικών. Οι δολοφονίες όμως συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό μετά τη σύλληψή του και αυτή ήταν μόνο η πρώτη από τις θεωρίες που κατέρρευσαν σχετικά με την εμπλοκή του Σαρίφ.

Άλλες δύο φορές οι αρχές προσπάθησαν να του φορτώσουν τις δολοφονίες, με το πρόσχημα ότι κινεί τα νήματα μέσα από τη φυλακή. Η δεύτερη ήταν το ’99, όταν συνελήφθη μια ομάδα οδηγών, οι Los Choferes, που δούλευαν στα λεωφορεία που μετακινούσαν τις εργάτριες από και προς τις maquilas. Κατηγορήθηκαν ως εντολοδόχοι του Αιγύπτιου, που χρηματίζονται για να συνεχίσουν τις δολοφονίες. Αποδείχτηκε κι αυτό ένα βρόμικο τέχνασμα, με σκοπό την παραπλάνηση της κοινής γνώμης και των συγγενών των θυμάτων.

Η πιο αληθοφανής θεωρία για τους πραγματικούς ενόχους προέρχεται από τη δημοσιογράφο Νταιάνα Ουάσιγκτον Βαλντές, η οποία ερεύνησε επί σειρά ετών το θέμα των δολοφονιών. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται στο βιβλίο «Harvest of Women», που κυκλοφόρησε το 2005, δράστες είναι μια ομάδα μελών πλούσιων οικογενειών της περιοχής, που είναι γνωστοί σαν Los Juniors και ανήκουν στο καρτέλ ναρκωτικών του Χουάρες.

Στο βιβλίο επισημαίνεται ότι και στη Γουατεμάλα, όπου το ίδιο καρτέλ είχε συμφέροντα και δύναμη, ήταν τότε σε εξέλιξη ένα παρόμοιο κύμα δολοφονιών γυναικών. Σε ότι αφορά τα αίτια, η δημοσιογράφος δεν συμμερίζεται την εκδοχή περί εμπορίας ανθρώπινων οργάνων, αφού από τη συντριπτική πλειονότητα των πτωμάτων δεν είχαν αφαιρεθεί τέτοια. Για εκείνη το κίνητρο των δραστών είναι ακόμα πιο… κτηνώδες.

«Σκοτώνουν για το… κέφι τους», αναφέρει, «κάνουν απλώς το χόμπι τους». Οι όμορφες, νεαρές, φτωχές, εργάτριες ήταν ο (πιο) εύκολος στόχους τους. Υποστήριξε ότι οι δράστες είναι αναγνωρίσιμα, πλουσιόπαιδα στην κοινωνία της Χουάρες, που απολάμβαναν πλήρη ασυλία από την αστυνομία.

Η έξαρση της βίας ήταν καθολική, με θύματα άνδρες και γυναίκες, από το 1993 στη Χουάρες. Αλλά ενώ οι δολοφονίες ανδρών αυξήθηκαν κατά 300%, το αντίστοιχο νούμερο για τις γυναίκες ήταν 600%. Η απροθυμία της πολιτείας να αναλάβει δράση οδήγησε στη δημιουργία πολλών οργανώσεων (φεμινιστικών και) συγγενών των θυμάτων, με αίτημα να αποδοθεί δικαιοσύνη. Μια από τις πρώτες τέτοιες ήταν η Voces sin Eco (άηχες φωνές) το 1998 και ακολούθησαν η Nuestras Hijas de Regreso a Casa (Οι Κόρες μας να Γυρίσουν Σπίτι) και οι Las Mujeres de Negro (Γυναίκες στα Μαύρα).

Η χαρακτηριστικότερη και πιο αναγνωρίσιμη μορφή διαμαρτυρίας στην πόλη είναι οι ροζ σταυροί, που τοποθετούνται στις εισόδους της πόλης και στα σημεία όπου κατά καιρούς έχουν βρεθεί δολοφονημένες γυναίκες.

Τα στεγανά των εγκληματιών ήταν όμως ατσάλινα και η συγκάλυψη των δολοφονιών βγαλμένη από σενάριο μαφιόζικης ταινίας. Η Νταιάνα Ουάσιγκτον Βαλντές ήταν μία από τις πολύ λίγες που κατάφερε να προβάλλει σε τέτοιο βαθμό την υπόθεση. Από το 2000 έως το 2010 δολοφονήθηκαν περίπου 30 δημοσιογράφοι που τόλμησαν να ερευνήσουν και να καταγγείλουν τα εγκλήματα κατά των γυναικών, ενώ «θύματα εκλογής» αποτέλεσαν και τα μέλη φεμινιστικών ομάδων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η έξαρση του φαινομένου κορυφώθηκε το 2010, οπότε και καταγράφηκαν 476 βίαιοι θανάτοι γυναικών. Σε διάστημα 20 ετών οι δολοφονημένοι στην πόλη υπολογίζονται σε 50.000, οι αγνοούμενοι/ες σε 10.000, ενώ μόνο τη διετία 2007-09 περίπου 230.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την πόλη για να γλιτώσουν από τις συνθήκες διαβίωσής της. Μεγάλες συνοικίες, όπως οι Προνάφ και η Ριβέρα ντελ Μπράβο, άδειασαν από κατοίκους, μειώνοντας δραστικά τον πληθυσμό της περιοχής. Επιπλέον την τετραετία 2007-11 έκλεισαν πάνω από 10.000 επιχειρήσεις.

Σήμερα ωστόσο η κατάσταση στην πόλη είναι θεαματικά αλλαγμένη προς το καλύτερο. Ο Ενρίκε Πένια Νιέτο, που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το Δεκέμβριο του 2012, είχε τη βούληση να αλλάξει δραστικά τα πράγματα.

Το πρώτο βήμα ήταν η αποπομπή 400 ανδρών από το αστυνομικό σώμα, που είχαν αποδεδειγμένα στενές σχέσεις με τα καρτέλ ναρκωτικών. Το δεύτερο ο εκσυγχρονισμός του – πλέον διορίζονται σε αυτό μόνο αστυνομικοί με απολυτήριο λυκείου – και ο καλύτερος εξοπλισμός του.

Επιπλέον νομοθετήθηκαν πολύ βαρύτερες ποινές για απαγωγές ή δολοφονίες, ενώ μεταρρυθμίστηκε η κρατική φυλακή της Χουάρες, η οποία το 2010 ήταν η πιο βίαιη στη Λατινική Αμερική. Η φυλακή ελεγχόταν απόλυτα από τα καρτέλ και μαστιζόταν διαρκώς από ταραχές, με αποτέλεσμα το θάνατο 150 τροφίμων μόνο το 2010. Την κατάσταση βοήθησε αρκετά και η παρακμή του καρτέλ Χουάρες λόγω του «πολέμου» με το καρτέλ Σιναλόα, το οποίο είναι πια η Νο. 1 δύναμη παρανομίας στην περιοχή. Δεν είναι ανάλογης σκληρότητας οργάνωση με το Χουάρες προς τον «άμαχο» πληθυσμό και λόγω της κρατικής παρέμβασης δεν έχει πια την ίδια δυνατότητα διείσδυσης στις τοπικές αρχές.

Πλέον η Χουάρες θεωρείται πιο ασφαλής πόλη από τη Βαλτιμόρη ή τη Νέα Ορλέανη. Από τους 3.057 βίαιους θανάτους το 2010 ο αριθμός μειώθηκε σε 312 το 2015. Την περίοδο της μεγαλύτερης παρακμής ο αριθμός των απαγωγών έφτανε τις οχτώ ημερησίως. Τον Φεβρουάριο του 2017 συμπληρώθηκαν 29 μήνες χωρίς ούτε μία τέτοια. Τον ίδιο μήνα η Χουάρες απέδειξε ότι είχε την ικανότητα να υποδεχτεί τον Πάπα Φραγκίσκο, σε ένα συμβολικό ταξίδι του ηγέτη της Καθολικής Εκκλησίας προς τιμήν του ασώτου που προσπαθεί να επιστρέψει στην «αγκαλιά του Θεού».

Οι υπεύθυνοι για την επονομασία της Σουάρες ως «πόλη των νεκρών γυναικών» δεν τιμωρήθηκαν και ούτε αναμένεται να τιμωρηθούν από τη δικαιοσύνη. Το μυστήριο δεν διελευκάνθηκε ποτέ, έστω κι αν έγινε ακόμα και ταινία απ’ το Hollywood το 2006 («Bordertown»), με πρωταγωνιστές τον Αντόνιο Μπαντέρας και την Τζένιφερ Λόπες.

Τουλάχιστον η ευαισθητοποίηση πλήθος οργανώσεων και απλών ανθρώπων που τόλμησαν να προβάλλουν τα γεγονότα, αποτέλεσε το ερέθισμα ώστε να αφαιρεθεί συνολικά απ’ το οργανωμένο έγκλημα η δυνατότητα να διαφεντεύει την περιοχή. Και να αποτελεί εφεξής οδηγό για κάθε κεντρική εξουσία, που απομένει να μετατρέψει σε χρέος τη βούληση να βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο.