Θεωρείται παγκοσμίως ο νο1 παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Την ίδια στιγμή, η χοληστερίνη είναι ένα πολύ σημαντικό συστατικό, που κατά 80-85% παράγεται από το ίδιο μας το σώμα, ούσα απολύτως απαραίτητη για τη λειτουργία του οργανισμού. Το σίγουρο, επίσης, είναι πως είναι πολύ παρεξηγημένη ως έννοια και ότι ειδικά τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από ένα σωρό μύθους και πραγματικότητες…
Υπάρχουν γιατροί που πιστεύουν πως έχει επικρατήσει διεθνώς μια «δαιμονοποίηση» και δεν έχει και τόσο σημασία το πού βάζεις το όριο για τη χοληστερίνη, αλλά η ποιότητα αυτής και το πλαίσιο των διατροφικών συνηθειών στο οποίο εντάσσεται. Αν δηλαδή κάποιος καταναλώνει επεξεργασμένα τρόφιμα, ζάχαρη και αλκοόλ, ακόμα και χαμηλή (έστω όχι υψηλή) χοληστερίνη να έχει, εκθέτει τον οργανισμό του σε τεράστιο κίνδυνο.
Οι περισσότεροι γιατροί πάντως, ακριβώς επειδή ξέρουν τις συνήθειες μεγάλης μερίδας του κόσμου και για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο θα έλεγε κανείς, ακολουθούν αυστηρά τις οδηγίες περί των ορίων όπως προκύπτουν από τις ανακοινώσεις των ειδικών. Τα οποία όσον αφορά την LDL, της λεγόμενης και «κακής» χοληστερίνης, ρίχνουν όλο και πιο κάτω τα επίπεδα ασφαλείας.
Θα θυμάστε ενδεχομένως πως στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ακόμα και τιμές άνω των 200 mg/dl ήταν ως και αποδεκτές για άτομα χαμηλού κινδύνου συνολικά. Πλέον κάτι τέτοιο θορυβεί με τη μία τους παθολόγους και τους καρδιολόγους, που σπεύδουν να χορηγήσουν φαρμακευτική αγωγή, κυρίως στατίνες.
Και τα όρια πέφτουν κι άλλο. Στις 13 Μαρτίου 2026, σε ανακοίνωση που εξέδωσαν από κοινού το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας (ACC) και η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (AHA) και η οποία δημοσιεύτηκε στο American Journal of Preventive Cardiology, δόθηκαν νέες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση της δυσλιπιδαιμίας (χοληστερόλη και τριγλυκερίδια), οι οποίες αντικαθιστούν τις προηγούμενες (του 2018).
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται χαμηλότεροι στόχοι LDL («κακή» χοληστερίνη). Οι εξής:
Κάτω από 100 mg/dL για άτομα οριακού/ενδιάμεσου κινδύνου
Κάτω από 70 mg/dL για άτομα υψηλού κινδύνου
Κάτω από 55 mg/dL για όσους έχουν ήδη διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόσο
Παράλληλα, προτείνεται η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής νωρίτερα από ό,τι στο παρελθόν, αν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δεν αποδώσουν γρήγορα. Σε κάθε περίπτωση, αυτό στο οποίο δίνει έμφαση η ανακοίνωση των Αμερικανών καρδιολόγων είναι πως ως η LDL από μόνη της δεν είναι αρκετή για να μας δείξει ακριβώς τι γίνεται. Μεγάλη σημασία δίνεται στη μέτρηση της Λιποπρωτεΐνης και της Απολιποπρωτεΐνης B για πιο ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη εικόνα, ενώ στους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη το οικογενειακό ιστορικό, η πρόωρη εμμηνόπαυση, η προεκλαμψία και χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις (όπως ο λύκος).
Παλαιότερα, χρησιμοποιούταν ως βάση το λεγόμενο PCE (Pooled Cohort Equations) που συχνά έπεφτε έξω, δείχνοντας υψηλότερο κίνδυνο από τον πραγματικό. Τώρα σκοπός είναι να εισαχθεί το εργαλείο PREVENT, που θα είναι πιο ακριβές γιατί θα λαμβάνει υπόψη τη νεφρική λειτουργία και άλλους σύγχρονους δείκτες, προσφέροντας ακριβέστερη εκτίμηση του κινδύνου για εμφράγματα και εγκεφαλικά σε βάθος 10 και 30 ετών.
Η τάση είναι ο κόσμος να αρχίσει να «ψάχνεται» από πολύ νωρίτερα για την χοληστερίνη και ως εκ τούτου για την πρόληψη από εμφράγματα και εγκεφαλικά. Ακόμα και από πολύ μικρή ηλικία. Είναι χαρακτηριστικό πως οι Αμερικανοί καρδιολόγοι προτείνουν πια ο έλεγχος στα παιδιά γονιών με «βεβαρημένο» ιατρικό ιστορικό σχετικώς να αρχίζει από τα 9.
Το σίγουρο είναι πως τέτοιου είδους ζητήματα υγείας θέλουν ειδικό για να μας κατευθύνει. Όχι «κάτι που διάβασα στο Google ή ρώτησα το ChatGTP». Είναι πολυπαραγοντικά ζητήματα και η νέα ανακοίνωση από Αμερική μεριά για την χοληστερίνη, αυτό έρχεται να συνοψίσει πάνω και περισσότερο από όλα. Και τέλος, οφείλουμε να το επισημάνουμε κι ας μοιάζει δεδομένο, οι βασικές αρχές πρόληψης παραμένουν αμετάβλητες: υγιεινή διατροφή, τακτική άσκηση, διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, επαρκής ύπνος και αποφυγή καπνίσματος.
* Το άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά τις ιατρικές συμβουλές. Για οποιαδήποτε απορία σχετικά με την υγεία σας, συμβουλευτείτε τον προσωπικό σας ιατρό.
