Γιατί το «Έχω Παιδιά» τα κατάφερε: Να τι πρέπει να συμβεί με την κωμωδία στην ελληνική TV

Γιατί το «Έχω Παιδιά» τα κατάφερε: Να τι πρέπει να συμβεί με την κωμωδία στην ελληνική TV

Μπορούν να υπάρξουν πια οι κωμωδίες του παρελθόντος;

Η συζήτηση για την κωμωδία στην ελληνική τηλεόραση δεν σταματά ποτέ. Όσο δεν υπάρχει η απόλυτη ικανοποίηση από το περιεχόμενο, από τις λίγες κωμικές σειρές, τόσο θα τίθενται ερωτήματα. Τα ίδια κάθε φορά, με την ίδια ανάγκη να βρεθεί μια απάντηση που να καλύπτει περισσότερο το μέσα μας. Η σειρά Έχω Παιδιά είναι ίσως η μόνη που έδωσε μια κατεύθυνση τη φετινή σεζόν.

4 κωμικές σειρές υπήρξαν στην τηλεόραση, οι 2 σταμάτησαν, οι 2 συνεχίζουν, 1 είναι όμως αυτή που συνεχίζει να ενδιαφέρει το κοινό, με βάση πάντοτε τα νούμερα τηλεθέασης. Το Έχω Παιδιά έχει στοιχεία στη δομή του και στην προσέγγισή του που δείχνουν έναν δρόμο για το πώς μπορεί να υπάρξει καλή κωμική σειρά στην τηλεόραση.

Να κάνουμε εδώ πρώτα μια παρένθεση. Η ξεκαρδιστικές κωμικές σειρές του παρελθόντος, όπως το Παρά Πέντε ή το Ευτυχισμένοι Μαζί, σταμάτησαν να υπάρχουν πρωτίστως λόγω της κρίσης, διότι ο κόσμος είχε θλίψη και τα κανάλια συμβάδισαν με αυτή τη θλίψη. Μετά γιατί ήρθε το Survivor και έστρεψε τα κανάλια στα ριάλιτι, σε συνδυασμό με την εξαφάνιση του MEGA που ήταν ταυτισμένο με την κωμωδία.

Κάπου εκεί, ο κόσμος άρχισε να προτιμά τις σαπουνόπερες σε prime time έκδοση και η επένδυση των καναλιών σε σενάρια κωμωδίας, έγινε κάπως στριμόκωλη. Βασικά, τα απέρριπταν γιατί δεν μπορούσαν να τους καλύψουν τις απαιτήσεις και μετά γιατί τα ίδια τα σενάρια δεν ήταν τόσο κωμικά ή έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις από τους παραγωγούς κατ’ επιταγή της πολιτικής ορθότητας.

Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει πια στους δημιουργούς ένας έμφυτος φόβος ή αν οι παραγωγοί στους οποίους απευθύνονται φοβούνται περισσότερο μια κατακραυγή για ένα μη πολιτικά ορθό αστείο. Ή, περισσότερο αυτό, αν οι παραγωγοί κοιτάνε να διασφαλίσουν την επένδυσή τους, οπότε στρέφουν διαρκώς τους σεναριογράφους προς δράματα τύπου Σασμού.

Γιατί το «Έχω Παιδιά» τα κατάφερε: Να τι πρέπει να συμβεί με την κωμωδία στην ελληνική TV

Είναι μια πραγματικότητα πως η κωμωδία έχει ένα οικονομικό ρίσκο, αν και λιγότερο κοστοβόρα σε σχέση με τις δραματικές. Αυτό όμως που δείχνει η φετινή σεζόν, ειδικά μετά την διακοπή για τα Χριστούγεννα, όπου το Έχω Παιδιά έχει σχετικά πεσμένη τηλεθέαση, είναι ότι ο κόσμος δεν έχει κάποια απαίτηση από την τηλεόραση για να βρει καλή κωμωδία.

Δείτε για παράδειγμα τη σειρά Άγιος Έρωτας. Ξεκίνησε πιο διστακτικά από όλες τις σειρές στην τηλεθέαση, από την επιστροφή της όμως και μετά, έχοντας γίνει πια 4ήμερη κι όχι 3ήμερη, κάνει τα καλύτερα νούμερα, πάνω από Τιμωρό και Grand Hotel που ήταν κυρίαρχες σειρές ως τον Δεκέμβριο, πάνω από την κραταιά Γη Της Ελιάς.

Τι μήνυμα μας δίνει αυτό; Ότι το τηλεοπτικό κοινό ή, ορθότερα, το κοινό στην τηλεοπτική του διάσταση, δεν πολυνοιάζεται για κωμωδία. Το comfort, το πιο ευχάριστο κι ανάλαφρο το βρίσκει αλλού πια. Στην τηλεόραση θέλει ένα δράμα να παίζει στην τηλεόραση, να το καταναλώνει παθητικά. Το τι κυριαρχεί σε σειρές και ταινίες στο top-5 του Netflix κάθε βδομάδα, μιλάει από μόνο του.

Εδώ βέβαια υπάρχει και το αντίβαρο. Όλες οι παλιές κωμωδίες, όταν προβάλλονται σε επανάληψη, κάνουν τηλεθέαση που ζηλεύουν όλες οι σειρές σήμερα, όχι μόνο οι κωμικές. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο αστείες είναι. Έχει να κάνει με πολλά.

Με τη νοσταλγία, με το ότι συνδέθηκαν με μια εποχή στην οποία ήμασταν πιο νέοι και πιο ανάλαφροι όσοι τις βλέπαμε και τότε, έχουν και τη δικαιολογία πως γράφτηκαν πριν 10-15 χρόνια, άρα δε μπορούν να κατηγορηθούν για μη ορθότητα, είναι μυθοπλασία που γνωρίζουμε το πώς τελειώνει και δεν αντέχουμε πια μεγάλες συγκινήσεις κι εκπλήξεις, είναι ένα μείγμα πραγμάτων που ξεφεύγει από τα σενάρια.

Η κωμωδία στην τηλεόραση, για όλα τα παραπάνω, έχει γίνει όντως αποστειρωμένη. Υπάρχει μια λογική του cancel comedy, δηλαδή να τοποθετούμε τα «αστεία» μιας παλιάς κουλτούρας και την ίδια στιγμή να υπάρχει ένας χαρακτήρας στη σειρά που να τα ακυρώνει, να τα στηλιτεύει, για να καλύπτονται τα νώτα.

Δείτε για παράδειγμα στο Έχω Παιδιά. Η Ευγενία Σαμαρά εργάζεται στη σειρά σε μια start up που την έχουν δύο νέα παιδιά, τα οποία την μυούν στο πώς πρέπει να συμπεριφέρεται με βάση την πολιτική ορθότητα. Εδώ βέβαια, ο Λάμπρος Φισφής στήνει αυτό το σκηνικό με φανερό σαρκασμό, με καυστική προσέγγιση.

Πώς μπορεί, λοιπόν, να υπάρξει κωμωδία πλέον στην ελληνική τηλεόραση; Ειλικρινά, δεν ξέρουμε αν το κοινό θέλει να βλέπει κωμικές σειρές στην τηλεόραση, ειδικά όταν δεν έχουν το ξεκαρδιστικό, αλλά όταν είναι πιο μπιτάτες. Γιατί αν είναι να γίνονται καλές κωμωδίες και να κάνουν 10%, τότε θα σταματήσουν και θα γεμίσει η τηλεόραση από Άγιους Έρωτες.

Αν υποθέσουμε, λοιπόν, πως πρέπει να παράγονται κωμικές σειρές, δύο είναι οι δρόμοι.

Ο ένας, ο τηλεοπτικός, οδηγεί την κωμωδία μακριά από τη λογική των 50λεπτων επεισοδίων του παρελθόντος και σίγουρα όχι με πάνω από 2 επεισόδια την εβδομάδα, που κι αυτά κρίνονται ως πολλά. Το ιδανικό είναι το 1. Θέλει μισάωρα επεισόδια, να συμπυκνώνονταν τα puns του σεναρίου, να μπορεί να έρχεται η μία καλή ατάκα μετά την άλλη, για να νιώθει το κοινό πως βλέπει κωμωδία.

Στη Τζέλα Δελαφράγκα, για παράδειγμα, υπήρχαν 4-5 δυνατές στιγμές σε κάθε επεισόδιο, αλλά με διάρκεια 70 λεπτά, άντε να τις νιώσεις…

Θέλει επίσης η κωμωδία να πηγαίνει σε ασφαλή μονοπάτια της παρατήρησης, της αποτύπωσης καθημερινών στιγμών στην υπερβολή τους. Ο Λάμπρος Φισφής, τόσο στο stand up όσο και στο Έχω Παιδιά, δεν ακουμπά ιδιαιτέρως ευαίσθητα θέματα. Πιάνει πράγματα ασφαλή, χωρίς κίνδυνο και ελάχιστα θα καταφύγει σε κοινωνικό σχολιασμό.

Άρα, σε πρώτη φάση, τα σενάρια μπορούν να κινηθούν γύρω από πράγματα που θα έχουν σύνδεση με τη νεότερη γενιά, που θα κινούνται σε περιοχές ομοφωνίας, όπως το πώς είναι να είσαι γονιός που βλέπουμε στο Έχω Παιδιά.

Μια άλλη καλή περίπτωση, ένα καλό παράδειγμα, ήταν η σειρά Η Τούρτα Της Μαμάς στην ΕΡΤ, διά χειρός Αλέξανδρου Ρήγα. Είχε και ασφαλές σενάριο, αλλά μπορούσε και να θίξει ζητήματα κοινωνικής φύσεως.

Κι ο Καπουτζίδης είναι ένας τέτοιος ικανός σεναριογράφος. Η παράσταση στο Εθνικό, η Καρυάτιδα, μπορεί να σας εξηγήσει πολύ καλύτερα από εμάς το πώς μπορεί να φτιαχτεί μια κωμική σειρά έχοντας και τις «αγκυλώσεις» της πολιτικής ορθότητας ή, για να μην το τοποθετούμε με αυτή τη φράση που έχει αποκτήσει αρνητική χροιά, με ενσυναίσθηση και αλλαγή των προτύπων.

Πάντως, το ξαναλέμε, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν η τηλεόραση είναι ένα μέσο στο οποίο το κοινό ψάχνει την κωμωδία. Το παράδειγμα της σειράς Είμαι Η Τζο είναι ενδεικτικό και είναι ο δεύτερος δρόμος, του streaming, ο πλατφορμικός.

Πρόκειται για μια κωμωδία που είναι συνυφασμένη με τις απαιτήσεις της πολιτικής ορθότητας, που στηλιτεύει τον σεξισμό και την πατριαρχία, αλλά το κάνει με τέτοιο τρόπο που δεν χάνει το χιούμορ της. Αυτό το κόνσεπτ, στην τηλεόραση δε μπορεί να αντέξει. Θα κάνει 8% και θα θεωρείται η σειρά αποτυχία. Σε μια πλατφόρμα όμως, είναι αλλιώς. Όσοι την είδαν στο Netflix ή παλιότερα στο ΑΝΤ1+, δεν στάθηκαν καθόλου σε έννοιες πολιτικής ορθότητας και μίλησαν απλά για μια ωραία σειρά, αστεία, με ωραία οπτική.

Άρα, κάπως ακυρώνοντας τους εαυτούς μας, ίσως το ερώτημα στον τίτλο να πρέπει να είναι άλλο και όχι το πώς θα πρέπει να είναι η κωμωδία στην τηλεόραση εφεξής!